Περιγραφή του πολέμου των λογισμών στον…Όμηρο!

Παραθέτουμε πρώτα το αρχαίο κείμενο και την νεοελληνική του απόδοση, έπειτα επιχειρούμε μια εις βάθος και πρωτότυπη ανάλυση αυτού.

hom3

Ομήρου Ιλιάς, Ραψωδία Α, Στίχοι 188-222

Αρχαίο κείμενο:

Ὣς φάτο· Πηλεΐωνι δ’ ἄχος γένετ’, ἐν δέ οἱ ἦτορ στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν, ἢ ὅ γε φάσγανον ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ τοὺς μὲν ἀναστήσειεν, ὃ δ’ Ἀτρεΐδην ἐναρίζοι, ἦε χόλον παύσειεν ἐρητύσειέ τε θυμόν. ἧος ὃ ταῦθ’ ὥρμαινε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, ἕλκετο δ’ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος, ἦλθε δ’ Ἀθήνη οὐρανόθεν· πρὸ γὰρ ἧκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κηδομένη τε· στῆ δ’ ὄπιθεν, ξανθῆς δὲ κόμης ἕλε Πηλεΐωνα οἴῳ φαινομένη· τῶν δ’ ἄλλων οὔ τις ὁρᾶτο· θάμβησεν δ’ Ἀχιλεύς, μετὰ δ’ ἐτράπετ’, αὐτίκα δ’ ἔγνω Παλλάδ’ Ἀθηναίην· δεινὼ δέ οἱ ὄσσε φάανθεν·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· «Τίπτ’ αὖτ’ αἰγιόχοιο Διὸς τέκος εἰλήλουθας;
ἦ ἵνα ὕβριν ἴδῃ Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο; ἀλλ’ ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τελέεσθαι ὀΐω· ᾗς ὑπεροπλίῃσι τάχ’ ἄν ποτε θυμὸν ὀλέσσῃ.» Τὸν δ’ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«Ἧλθον ἐγὼ παύσουσα τὸ σὸν μένος, αἴ κε πίθηαι, οὐρανόθεν· πρὸ δέ μ’ ἧκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κηδομένη τε· ἀλλ’ ἄγε λῆγ’ ἔριδος, μηδὲ ξίφος ἕλκεο χειρί· ἀλλ’ ἤτοι ἔπεσιν μὲν ὀνείδισον ὡς ἔσεταί περ· ὧδε γὰρ ἐξερέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται· καί ποτέ τοι τρὶς τόσσα παρέσσεται ἀγλαὰ δῶρα ὕβριος εἵνεκα τῆσδε· σὺ δ’ ἴσχεο, πείθεο δ’ ἡμῖν.» Τὴν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«Χρὴ μὲν σφωΐτερόν γε θεὰ ἔπος εἰρύσσασθαι καὶ μάλα περ θυμῷ κεχολωμένον· ὧς γὰρ ἄμεινον· ὅς κε θεοῖς ἐπιπείθηται μάλα τ’ ἔκλυον αὐτοῦ.» Ἦ καὶ ἐπ’ ἀργυρέῃ κώπῃ σχέθε χεῖρα βαρεῖαν, ἂψ δ’ ἐς κουλεὸν ὦσε μέγα ξίφος, οὐδ’ ἀπίθησε μύθῳ Ἀθηναίης· ἣ δ’ Οὔλυμπον δὲ βεβήκει δώματ’ ἐς αἰγιόχοιο Διὸς μετὰ δαίμονας ἄλλους.

Απόδοση:

Έτσι είπε και αγχώθηκε ο Πηλεΐων, κι εντός η καρδιά στα στήθη τα δασειά διχογνώμησεν, ή σφάγανον οξύ σύροντας από τον μηρό να τους σκορπίση όλους, και τον Ατρείδη να φονεύση, ή την χολή να παύση και να κρατήση τον θυμό. Κι ενώ τέτοια σκεφτόταν κατά φρένα και κατά θυμόν έλκει από την θήκη μέγα ξίφος, αλλ’ ήλθεν η Αθηνά ουρανόθεν. Γιατί την προέπεμψεν η θεά λευκοχέρα Ήρα, που αμφοτέρους ομού αγαπούσε και φρόντιζεν. Εστάθη όπισθεν, και την ξανθή κόμην έπιασε του Πηλεΐωνα σ’ εκείνον μόνο φαινομένη. Από τους άλλους αόρατη. Θάμπωσεν ο Αχιλλεύς, μετά εστράφη, κι ευθύς εγνώρισε την Παλλάδ’ Αθηνά. Δεινώς δε οι οφθαλμοί του φάνταζαν. Και προς αυτήν φωνήσας έπη φτερωτά προσείπε: “Τι άραγε πάλι, του αιγιδοφόρου Διός τέκνον, ήλθες; Μή για να ιδής την ύβρι του Αγαμέμνονος Ατρείδου; Αλλά κάτι θα σου πω, που θα τελεσθή φαντάζομαι. Από την υπεροψία του ταχειά κάποτε την ζωή θ’ απολέση”. Σ’ αυτόν πάλι προσείπεν η θεά γλαυκώπις Αθηνά: “Ήλθα εγώ για να παύσω το μένος σου, αν βέβαια σε πείσω, ουρανόθεν. Με προέπεμψεν η θεά λευκοχέρα Ήρα που αμφότερους όμοια αγαπά και κήδεται. Όμως έλα λήγε την έριδα και μη έλκης το ξίφος με το χέρι. Αλλά με έπη ονείδισέ τον όπως σου έλθη. Γιατί αυτό θα σου πω, που θα είναι και τετελεσμένο. Κάποτε τρείς φορές τόσα θα σου παρασχεθούν αγλαά δώρα ένεκα αυτής της ύβρεως. Συ όμως συγκρατήσου και άκου μας”. Σ’ αυτήν απαντώντας προσείπεν ο γοργοπόδαρος Αχιλλεύς: “Χρέος, θεά, στο δικό σας έπος να υπακούσω αν και πολύ χολωμένος. Γιατί έτσι καλλίτερα. Όποιος στους θεούς πείθεται πιο πολύ τον ακούν” Είπε κι επί της αργυρής λαβής κράτησε το βαρύ χέρι, άπωσε στην θήκη το μέγα ξίφος, κι ούτ’ απείθησε στον μύθο της Αθηνάς. Κι αυτή πάλι στον Όλυμπο ανέβη στα δώματα του αιγιδοφόρου Διός με τους θεούς τους άλλους.

Ανάλυση

Με τον πλέον παραστατικό τρόπο ο Όμηρος μας παρουσιάζει εδώ τον πόλεμο των λογισμών που συμβαίνει στο λογικό-θυμικό ενός εκάστου ανθρώπου, ειδικά σε ‘ειδικές συνθήκες’. ‘Αγχώθηκε’ ο Πηλεΐων και η καρδιά του ‘διχογνώμησεν’ ή να βγάλει το σπαθί του και να σφάξει τον Αγαμέμνονα ή ‘την χολή να παύσει και να κρατήσει τον θυμό’. ‘Άχος’ λοιπόν αισθάνθηκε ο Αχιλλεύς, δηλαδή λύπη. Βεβαίως, όταν μας προσβάλλουν και μάλιστα άδικα λυπούμαστε. Το αμέσως επόμενο στάδιο της λύπης είναι η οργή για αυτό που συντελείται, ειδικά αν διακυβεύεται η τιμή και υπόληψή μας ενώπιον πλήθους ή γενικά ενώπιον κι άλλων ανθρώπων. Είναι, προφανώς, ζήτημα θιγμένου εγωισμού, δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία. Η διχογνωμία εντός μας είναι είτε να αντιδράσουμε δραστικά και με όμοιο τρόπο, όπως προκληθήκαμε, δηλαδή με παραλογισμό και διαστροφή της κανονικής (κατά φύση) ψυχικής καταστάσεως, δηλαδή με οργή, είτε να ταπεινώσουμε το εγώ και το ‘ανθρώπινο’ αίσθημα (φαινομενικού ή αληθούς) ‘δικαίου’. Κι ενώ ο Όμηρος ως αυτό το σημείο δεν μας εξηγεί γιατί να κάνουμε το δεύτερο, ακριβώς εδώ ξεκινάει και μας δίνει την απάντηση!

Την ώρα που ο Αχιλλεύς νικημένος από την πρόσκαιρη οργή ετοιμάζεται να τραβήξει το σπαθί του, αφού εξέτασε το θέμα ‘κατά φρένα και κατά θυμόν’ και, προφανώς, το λογικόν (θείον μέρος) του ενικήθη από το θυμικόν (ζωικόν μέρος), ‘ουρανόθεν’ ήλθε η Αθηνά. Τι μας λέει κωδικοποιημένα ο ποιητής; Η ΣΟΦΙΑ του ήρθε από τον ουρανό, έλαβε ουράνια πληροφορία εκ Θεού, καθώς ο Θεός θέλει να προστατεύσει τον ‘φίλον’ Του από μια κακή πράξη. Μας πληροφορεί επίσης ότι ο Θεός (εδώ με το πρόσωπο της Ήρας, καθώς αυτή, μην ξεχνάμε είναι ‘ιδίας ουσίας’ με τον Δία, καθότι αδερφή αλλά και σύζυγός του-τα οποία προφανώς είναι συμβολισμοί και όχι κυριολεξία) αγαπά ΟΜΟΙΩΣ και τον (κακό) Αγαμέμνονα και τον (καλό) Αχιλλέα! ‘αμφοτέρους ομού αγαπούσε και φρόντιζεν’. Και, πράγματι, ο καλός Θεός φροντίζει για όλα Του τα πλάσματα, ο ήλιος ανατέλλει για δικαίους και αδίκους. Η παναγάπη του Θεού δεν ξεχωρίζει τα πλάσματά Του. Είναι, βεβαίως, άλλο θέμα τι κάνουν τα πλάσματα αυτά για αυτό.

Η Αθηνά φέρεται ως εμφανιζόμενη μόνον στα μάτια του Αχιλλέως, στους άλλους αόρατη. Τέτοιου είδους εμφανίσεις Αγίων, Αγγέλων αλλά και της Παναγίας και του Κυρίου μας έχουμε αρκετές καταγεγραμμένες. Συνεπώς, είτε εδώ πράγματι θέλει να μας δείξει ότι κάποια οντότητα των ουρανίων ταγμάτων (γνωστών ή αγνώστων) εμφανίσθηκε στον Αχιλλέα αποκλειστικά με μήνυμα Θεού ή ποιητική αδεία χρησιμοποιεί το-όχι φυσικά τυχαίο-πρόσωπο της Αθηνάς για να μας αποκαλύψει τα ακολούθως συγκλονιστικά. Πριν μιλήσει η Αθηνά ο Όμηρος τοποθετεί στα λόγια του Αχιλλέως κάτι πολύ σημαντικό: ‘από την υπεροψία του ταχειά κάποτε την ζωή θ’απωλέσει’ (για τον Ατρείδη). Δηλαδή, τονίζει για πολλοστή φορά τον όλεθρο, μέχρις απωλείας της ζωής, που μπορεί να επιφέρει η υπεροψία-υπερηφάνια-νοσηρός εγωισμός σε έναν άνθρωπο. Μιλάει έπειτα η Αθηνά και πληροφορεί τον Αχιλλέα ότι ήλθε ουρανόθεν να παύσει το μένος του, ΑΝ ΒΕΒΑΙΑ ΤΟΝ ΠΕΙΣΕΙ!!! Δηλαδή, εδώ ξεκάθαρα μας μιλάει ο Όμηρος για την ΕΛΕΥΘΕΡΗ βούληση του ανθρώπου, που είναι και αυτή δωρεά Θεού. Δεν διατάσσει τον Αχιλλέα να κάνει το θέλημα Του αλλά του παρέχει την καλή πληροφορία-που είναι βεβαίως η παύση κάθε μανίας, η αοργησία, η ταπείνωση του εγώ κλπ-και τον αφήνει να διαλέξει! Εν προκειμένω η Αθηνά δεν λέει στον Αχιλλέα να μην εκτονώσει την λογική και δίκαιη οργή του, τον συμβουλεύει όμως να μην φτάσει στα άκρα και στην πρακτική βία, παρά να εκτονωθεί λεκτικά. Μας παρέχεται προφανώς η πληροφορία ότι ακόμη και ο άνθρωπος που βρίσκεται σε καλή πνευματική κατάσταση θα φτάσει η στιγμή που θα εξοργιστεί από την αδικία των γύρω του. Και εκεί όμως ακόμη, θα πρέπει να προκρίνει μια ΜΕΤΡΙΑ αντίδραση και όχι μια αντίδραση ακραία όσο και μη αναστρέψιμη (όπως ένας φόνος). Προτείνεται το μέτρον ακόμη και στην εκτόνωση της οργής.

Στο τέλος του λόγου της δε η Αθηνά υπόσχεται στον Αχιλλέα ότι αν εφαρμόσει την συμβουλή της θα του παρασχεθούν ‘αγλαά δώρα’ τρείς φορές περισσότερα ένεκα της ύβρεως που του γίνεται από τον Ατρείδη. Για μένα, ο όρος ‘αγλαά δώρα’ έχει ξεκάθαρα και μεταφορική έννοια πέραν της υλικής, καθώς αγλαός=λαμπρός, φαεινός. Μιλάει δηλαδή για ανταπόδοση ‘φωτεινών δώρων’. Τέτοια δεν είναι άλλα από τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Κάθε πνευματικός αγωνιστής που με την θέλησή του (γινόμενος ‘βιαστής’ του θυμικού του…) χαμηλώνει το εγώ του, λαμβάνει τριπλάσια πνευματικά δώρα άνωθεν για αυτή του την ‘θυσία’.

Επειδή Αθηνά=Σοφία (και φυσικά ως ‘Διός τέκος’ είναι εκδήλωση-χαρακτηριστικό του Όντος, του Θεού) λαμβάνουμε την πληροφορία ότι ο δρόμος της Σοφίας, αν ο άνθρωπος θέλει να ακολουθήσει αυτόν, είναι ένας δρόμος λύπης, διαρκούς πάλης λογισμών, λογικού και θυμικού, ταπεινώσεως του εγώ, απαιτεί μέτρο στα πράγματα, αλλά, ταυτοχρόνως, έχει διαρκώς την θαυματουργή, προστατευτική, καθοδηγητική και ανταποδοτική παρουσία του Θεού. Επειδή ‘σοφόν είναι ο θεός’, όπως ο Σωκράτης μας όρισε, και άνθρωπος σοφός δεν υπάρχει, προφανώς ο άνθρωπος μόνον Φιλόσοφος δύναται να είναι. Δηλαδή Φιλόθεος. Αυτός ο δρόμος, της Φιλοσοφίας-Φιλοθεΐας είναι ως ακριβώς περιγράφεται πιο πάνω. Στα λόγια της Αθηνάς ο Αχιλλεύς απαντά λέγοντας ότι είναι ΧΡΕΟΣ του να υπακούσει στο θείον θέλημα, αν και βρίσκεται σε έξαλλη θυμική κατάσταση. Αφήνει λοιπόν να κυριαρχήσει μέσα του, κάνει συγκατάβαση, το θείον θέλημα και όχι το-πρόσκαιρο-δικό του. ‘Γιατί έτσι καλλίτερα’ λέγει. Και συνεχίζει: ‘όποιος στους θεούς πείθεται πιο πολύ τον ακούν’. Δηλαδή, όσο περισσότερο κάποιος εμβαθύνει στα πνευματικά και στον πνευματικό τρόπο ζωής, θεωρητικό και πρακτικό, αποκτάει ορθότερη πίστη, και λόγω αυτής της πίστεως ο Θεός τον ακούει καλύτερα! Και λέγοντας αυτά επέστρεψε το σπαθί στην θήκη του…

Ισίδωρος Άγγελος

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: