Ιουλιανός o Παραβάτης: Παραβάτης του Χριστιανισμού, Παραβάτης του Ελληνισμού (Μέρος δεύτερο)

Ιωάννης Κ. Τσέντος

1. Η μόρφωση τον Ιουλιανού

Φαίνεται ότι ο Ιουλιανός ήταν πράγματι άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση. Ο ίδιος καυχάται ότι είχε διαβάσει περισσότερα βιβλία από οποιονδήποτε άλλον από τους συνομηλίκους του,[31] και γράφει ότι ήδη από την παιδική του ηλικία ήταν «εραστής λόγων», δηλαδή λάτρης της παιδείας. [32] Άλλα και ο χριστιανός εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης γράφει ότι, πριν ακόμη ο Ιουλιανός ανέλθει στον θρόνο, «επειδή είχε μεγάλη επίδοση στην παιδεία, κυκλοφορούσε στον λαό η φήμη ότι ήταν ικανός να διοικεί τις υποθέσεις των Ρωμαίων». [33] Άρα, φαίνεται ότι πράγματι —ειρήσεται γαρ ταληθές— ο Ιουλιανός είχε μεγάλη παιδεία, και η άνοδος του στον θρόνο θα έκανε ασφαλώς πολλούς να ελπίσουν ότι ίσως είχε φθάσει ο καιρός να γίνει πράξη το τόσο υψηλό —αλλά και τόσο άφθαστο— πλατωνικό αίτημα.

Πρέπει ωστόσο να κάνουμε ήδη σε αυτό το σημείο μία απαραίτητη διάκριση: ότι ένας άνθρωπος δεν κρίνεται από την παιδεία που έχει πάρει, αλλά από τους καρπούς της παιδείας που δίδει στη ζωή και το έργο του· διότι, αν ένας άνθρωπος ζη μέσα στην ανοησία όντας αμόρφωτος, τότε η έλλειψη παιδείας είναι τουλάχιστον μία δικαιολογία για την ανοησία του· αν όμως κάποιος ζη μέσα στην ανοησία έχοντας τύχει επιμελούς μορφώσεως, τότε φαίνεται να μην έχει κανένα απολύτως άλλοθι. Και νομίζουμε ότι αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ιουλιανού: ο Ιουλιανός είχε τύχει επιμελούς μορφώσεως, σύμφωνοι· αλλά δεν βλέπουμε πως αυτό μπορεί να είναι προς τιμήν του, από τη στιγμή που ως καρπό αυτής της μορφώσεως δεν έδωσε παρά μία ανοησία η οποία, όπως θα δούμε, εγγίζει τα όρια της φρενοβλάβειας. [34] Όταν λοιπόν στρέφουμε τη σκέψη μας στον Ιουλιανό, πρέπει να έχουμε κατά νουν αυτή τη στοιχειώδη διάκριση ανάμεσα στην παιδεία που έχει λάβει κάποιος και τους καρπούς αυτής της παιδείας που δίδει με τη ζωή και τις επιλογές του.

jjylloiiannanfdtyrt000-353x221.jpg

Πρέπει επιπλέον να πούμε και κάτι άλλο. Ο Ιουλιανός εξυμνείται ως γνήσιος εραστής της ελληνικής παιδείας, και οι σύγχρονοι υμνητές του προβάλλουν την τελική ήττα του Ιουλιανού ως ήττα της ελληνικής παιδείας· πολλοί μάλιστα φθάνουν μέχρι του σημείου να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι θα είχαμε σήμερα στα χέρια μας πολύ περισσότερους από τους θησαυρούς της αρχαίας γραμματείας, αν ο Ιουλιανός είχε βγει νικητής. Άλλα αυτό είναι μία μεγάλη πλάνη. Ο Ιουλιανός μπορεί μεν να ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, αλλά δεν φαίνεται να είχε το ανοικτό πνεύμα που χαρακτήριζε εν προκειμένω τους ανώνυμους —και οπωσδήποτε λιγότερο μορφωμένους από αυτόν— μοναχούς που εργάσθηκαν για τη διάσωση της αρχαίας γραμματείας στο Βυζάντιο.

Κατά πρώτον, δηλαδή, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι ο Ιουλιανός δεν θα επεδείκνυε ποτέ για τη διάσωση της χριστιανικής γραμματείας το ίδιο ενδιαφέρον που επέδειξαν οι μοναχοί αντιγραφείς του Βυζαντίου για τη διάσωση της εθνικής γραμματείας. Πολύ χαρακτηριστική είναι η στάση του Ιουλιανού μετά την άγρια δολοφονία του Επισκόπου Γεωργίου από τους ειδωλολάτρες της Αλεξανδρείας:[35] Ο Ιουλιανός εξεδήλωσε σε δύο από τις σωζόμενες επιστολές του[36] το ζωηρό ενδιαφέρον του για την τύχη της πλούσιας βιβλιοθήκης που διατηρούσε ο δολοφονημένος Επίσκοπος· όταν όμως αναφέρεται στα βιβλία «της των δυσσεβών Γαλιλαίων διδασκαλίας» (δηλαδή τα χριστιανικά βιβλία) της βιβλιοθήκης του Γεωργίου, ο Ιουλιανός δηλώνει ανοικτά ότι ο ίδιος θα ήθελε αυτά να αφανισθούν παντελώς, πλην όμως δίδει εντολή να καταγραφούν και αυτά σχολαστικά, «για να μην αφαιρεθούν μαζί με αυτά και τα χρησιμότερα». [37] Είναι φανερό λοιπόν ότι ένας άνθρωπος με τη νοοτροπία τον Ιουλιανού δεν θα μπορούσε ποτέ να επιδείξει για τη διάσωση της χριστιανικής γραμματείας το ίδιο ενδιαφέρον που επέδειξαν οι μοναχοί αντιγραφείς του Βυζαντίου για τη διάσωση της εθνικής γραμματείας.

Έξαλλου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι και η αρχαία ελληνική γραμματεία θα είχε καλύτερη τύχη στα χέρια ανθρώπων σαν τον Ιουλιανό. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε μία επιστολή του προς τον αρχιερέα της ειδωλολατρίας Θεόδωρο, ο Ιουλιανός γράφει ωμά ότι ο ιερέας πρέπει όχι μόνο να μην κάνει επιλήψιμες πράξεις, αλλά και να μη διαβάζει επιλήψιμα βιβλία, και γι’ αυτό πρέπει να μη διαβάζει ούτε τον Αρχίλοχο, ούτε τον Ιππώνακτα, ούτε όσους γράφουν όμοια με αυτούς, και να αποφεύγει τα επιλήψιμα έργα της αρχαίας κωμωδίας, η ακόμη καλύτερα όλα![38] Ευτυχώς, σήμερα, χάρη στους χριστιανούς αντιγραφείς, έχουμε στα χέρια μας αρκετά κείμενα τον Αρχιλόχου και τον Ιππώνακτος, και από τον Αριστοφάνη, τον κορυφαίο της αρχαίας κωμωδίας, για την οποία ο Ιουλιανός έγραφε ότι δεν θα έπρεπε να διαβάζεται καθόλου, έχουμε στα χέρια μας ένδεκα ακέραια έργα και αρκετά αποσπάσματα.

Και δεν είναι μόνον αυτά που γράφει ο Ιουλιανός για τον Αρχίλοχο, τον Ιππώνακτα και την αρχαία κωμωδία. Παρακάτω στην ίδια επιστολή, ο Ιουλιανός προχωρεί ακόμη περισσότερο, και δεν περιορίζεται απλώς στο να αποτρέπει από τη μελέτη των έργων των Επικούρειων και των Σκεπτικών, αλλά και εκδηλώνει ανοικτά την ικανοποίηση του για την απώλεια των περισσότερων επικούρειων και σκεπτικών συγγραμμάτων, την οποία μάλιστα φθάνει να αποδίδει αναιδέστατα… Στην ορθή κρίση των θεών![39] Για μία ακόμη φορά, η σύγκριση με τους χριστιανούς αντιγραφείς του Βυζαντίου είναι καταλυτική· διότι, ενώ ο Ιουλιανός επιδεικνύει αυτή την προκλητική αδιαφορία για την τύχη όχι μόνο της χριστιανικής, αλλά και μεγάλου μέρους της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, οι χριστιανοί αντιγραφείς αντίθετα ενδιαφέρθηκαν και μόχθησαν για τη διάσωση και της χριστιανικής και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ακόμη δε και των έργων του ιδίου του Ιουλιανού, τα οποία χάρη σε αυτούς έχουν περιέλθει στα χέρια μας. Μετά τις παραπάνω διακριβώσεις για την ευρύτερη παιδεία του Ιουλιανού, είναι χρήσιμο να δούμε από πιο κοντά το θέμα της φιλοσοφικής παιδείας του Παραβάτη αυτοκράτορα.

2. Η φιλοσοφική παιδεία και οι φιλοσοφικές επιλογές τον Ιουλιανού

Περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο, ο Ιουλιανός έχει εξυμνηθεί από τους κατά καιρούς θαυμαστές του ως «εστεμμένος φιλόσοφος». Και είναι αλήθεια ότι, όπως παρατηρεί ο Pierre Huart, η μεγάλη, και ίσως η μόνη αληθινή φιλοδοξία του Ιουλιανού ήταν να γίνει φιλόσοφος. [40] Φαίνεται μάλιστα ότι ο ίδιος ο Ιουλιανός δεν έχανε ευκαιρία να εξαίρει τη σημασία της φιλοσοφίας, μέχρι του σημείου μάλιστα να γράφει σε μία επιστολή του:

«Αν κάποιος σας έχει πείσει ότι υπάρχει κάτι πιο ευχάριστο η πιο ωφέλιμο για τους ανθρώπους από το να κάθεται κανείς να φιλοσοφεί χωρίς να ασχολείται με άλλα πράγματα, αυτός σας εξαπατά, έχοντας πρώτα απατηθεί ο ίδιος». [41]

Τα λόγια αυτά, καθώς και πολλά άλλα που θα μπορούσε να βρει κανείς στο έργο του Ιουλιανού, αναδεικνύουν τον Ιουλιανό σε εραστή της φιλοσοφίας. Αλλά αυτό δεν λέει τίποτε, για τον απλούστατο λόγο που επισημαίνει ο Jean Bouffartigue: «Όπως ξέρουμε καλά, ο Ιουλιανός είναι ένας εραστής της φιλοσοφίας. Αλλά ποιας φιλοσοφίας;». [42] Με άλλα λόγια, το ότι ο Ιουλιανός προβάλλει τον εαυτό του και προβάλλεται από τους υμνητές του ως «εραστής της φιλοσοφίας» δεν λέει τίποτε, αν δεν φροντίσουμε πρώτα να διακριβώσουμε τι ακριβώς εννοεί ως φιλοσοφία ο Ιουλιανός. Άλλωστε, όπως είναι φανερό και σήμερα, όσοι χρησιμοποιούν τον όρο «φιλοσοφία» δεν σημαίνει ότι εννοούν με αυτόν το ίδιο πράγμα· και πολλοί είναι αυτοί που δηλώνουν και σήμερα λάτρεις της φιλοσοφίας, πλην όμως κάποιους από αυτούς δεν θα τους βρούμε στα Πανεπιστήμια, αλλά στις ψυχιατρικές κλινικές…

Το ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: Ποια ακριβώς είναι η φιλοσοφία της οποίας εραστής ήταν ο «εστεμμένος φιλόσοφος» Ιουλιανός; Όπως ο μυθικός Ηρακλής λέγεται ότι κλήθηκε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο οδούς ζωής, την οδό της αρετής και την οδό της κακίας, έτσι και ο άνθρωπος που προσερχόταν εκείνη την εποχή στη φιλοσοφία είχε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο φιλοσοφίες: αφ’ ενός, τη φιλοσοφία του λόγου, του συλλογισμού και του επιχειρήματος· αφ’ ετέρου δε, μία άλλη «φιλοσοφία», η οποία επαγγελλόταν να φέρει τους λίγους μυημένους σε επαφή με λόγους μυστικούς και απόρρητους. Ο παγανισμός της ύστερης αρχαιότητας επέλεξε τη δεύτερη «φιλοσοφία», δηλαδή ένα συνονθύλευμα μαγικών τελετών και δεισιδαιμονίας, το οποίο βεβαίως δεν είχε καμία σχέση με τον διαυγή φιλοσοφικό λόγο της ελληνικής αρχαιότητας. Και αυτή ακριβώς υπήρξε και η επιλογή του Ιουλιανού.

Ο Ευνάπιος, ο αμετανόητος αυτός εθνικός του δευτέρου ημίσεος του τετάρτου και των αρχών του πέμπτου αιώνα, λάτρης και υμνητής του Ιουλιανού, μας πληροφορεί στο έργο του “Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών” για τη φιλοσοφία που επέλεξε ο Ιουλιανός, όταν σαν άλλος Ηρακλής κλήθηκε να επιλέξει ανάμεσα στις δύο οδούς για τις οποίες κάναμε λόγο παραπάνω. Σύμφωνα λοιπόν με τη διήγηση του Ευναπίου, ο νεαρός Ιουλιανός, κινούμενος από γνήσια φιλομάθεια, μετέβη στην πόλη Πέργαμο της Μικράς Ασίας, ποθώντας να γνωρίσει από κοντά τον φημισμένο διδάσκαλο Αιδέσιο. Αυτός όμως βρισκόταν πλέον σε πολύ προχωρημένη ηλικία και ήταν άρρωστος, και η φιλοσοφική του «σχολή» είχε περάσει στα χέρια των πρώτων από τους μαθητές του, του Μαξίμου από την Έφεσο, του Χρυσανθίου από τις Σάρδεις, του Πρίσκου του Θεσπρωτού και του Ευσεβίου από την Καρία. [43] Και επειδή αυτό ήταν μία πραγματικότητα που ο πείσμων Ιουλιανός δεν παραδεχόταν εύκολα, ο ίδιος ο Αιδέσιος αναγκάσθηκε να τον καλέσει κοντά του και να τον παρακαλέσει να δείξει κατανόηση για την ηλικία του και να παρακολουθήσει τα μαθήματα των μαθητών του, ώστε να ενοχλεί όσο το δυνατόν λιγώτερο τα γηρατειά του· και καθώς ο Μάξιμος και ο Πρίσκος συνέβαινε να απουσιάζουν (ο μεν στην Έφεσο, ο δε στην Ελλάδα), ο Αιδέσιος παρέπεμψε τον νεαρό Ιουλιανό στον Χρυσάνθιο και τον Ευσέβιο. [44] Ακόμη και μετά από αυτή τη σύσταση – παράκληση, ο Ιουλιανός δεν άφησε ήσυχο τον Αιδέσιο, αλλά πάντως πλησίασε τους δύο μαθητές του που αυτός του είχε υποδείξει. [45] Ο Χρυσάνθιος και ο Ευσέβιος εντυπωσίασαν σφόδρα τον νεαρό Ιουλιανό, ιδιαίτερη όμως εντύπωση του προξένησε το γεγονός ότι ο Ευσέβιος σε όλες ανεξαιρέτως τις διαλέξεις του συνήθιζε να κλείνει τις λογικές αναλύσεις και τη διαλεκτική διερεύνηση του κάθε θέματος με τα εξής στερεότυπα λόγια:

«Αυτά είναι τα πραγματικά, ενώ οι μαγγανείες και μαγείες που απατούν και γοητεύουν την αίσθηση είναι έργα θαυματοποιών που παραπαίουν και παραφρονούν προς κάποιες υλικές δυνάμεις». [46]

Ο Ιουλιανός ρώτησε απορημένος τον Χρυσάνθιο τι σήμαινε αυτός ο στερεότυπος επίλογος, εκείνος όμως περιορίσθηκε να του υποδείξει να ρωτήσει τον ίδιο τον Ευσέβιο· ο Ιουλιανός ακολούθησε τη συμβουλή αυτή και, όπως γράφει ο Ευνάπιος, «έβγαλε το συμπέρασμα από αυτά τα λόγια ότι ο Χρυσάνθιος ήταν κάποιος Θεός»…[47] την επόμενη λοιπόν φορά που ο Ευσέβιος επανέλαβε τα ίδια αυτά λόγια, ο Ιουλιανός τον ρώτησε θαρραλέα για ποιο λόγο επανελάμβανε συνέχεια τον ίδιο επίλογο. Ο Ευσέβιος απάντησε ότι αυτά τα λόγια αναφέρονταν σε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο μορφωμένους μαθητές του Αιδεσίου, τον Μάξιμο. Αυτός ο Μάξιμος, εξήγησε ο Ευσέβιος, είχε περιφρονήσει τις λογικές αποδείξεις και είχε στραφεί προς κάποιες «τρέλλες». Κάποτε μάλιστα είχε καλέσει μερικούς, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Ευσέβιο, στον ναό της Εκάτης (της θεάς της μαγείας) και τους είχε κάνει μία επίδειξη, για να τους «δείξει το μέλλον» και να τους πείσει πόσο διέφερε από τους πολλούς: συγκεκριμένα, με κάποιες μαγικές τελετές είχε κάνει το άγαλμα της θεάς να χαμογελά στην αρχή, και κατόπιν να φαίνεται σαν να γελούσε δυνατά· και όταν όλοι θορυβήθηκαν, ο Μάξιμος τους είχε πει να μην ταραχθούν, γιατί σύντομα θα άναβαν και οι πυρσοί που είχε στα χέρια του το άγαλμα· πράγμα που είχε γίνει ευθύς αμέσως. Αφού αναδιηγήθηκε αυτό το περιστατικό, ο Ευσέβιος είπε στον Ιουλιανό:

«Εμείς λοιπόν, αφού προσωρινά νιώσαμε έκπληξη με τον θεατρίνο εκείνο θαυματοποιό, φύγαμε- εσύ όμως μη θαυμάσεις τίποτε από αυτά, όπως ούτε κι εγώ, θεωρώντας ότι μεγάλο πράγμα είναι η δια του λόγου κάθαρση». [48]

Με αυτά τα λόγια, ο Ευσέβιος πρακτικά έθετε τον νεαρό Ιουλιανό ενώπιον μιας επιλογής σαν την επιλογή που είχε κληθεί να κάνει ο μυθικός Ηρακλής ανάμεσα στην οδό της αρετής και την οδό της κακίας. Οι δύο δρόμοι που ανοίγονταν μπροστά στον φιλομαθή Ιουλιανό ήσαν, αφ’ ενός, η οδός του φιλοσοφικού λόγου την οποία του υποδείκνυε ο Ευσέβιος, και, αφ’ ετέρου, η οδός ενός θεατρινικού τσαρλατανισμού που σφετεριζόταν το όνομα της φιλοσοφίας. Ο Ιουλιανός, ο εξυμνούμενος από τους σύγχρονους θαυμαστές του ως «εστεμμένος φιλόσοφος», δεν δίστασε ούτε στιγμή να κάνει την εκλογή του, την οποία μας περιγράφει ο θαυμαστής του Ευνάπιος:

«Αφού το άκουσε αυτό ο θεϊκότατος Ιουλιανός, είπε: Αλλά να είσαι καλά, και αφοσιώσου στα βιβλία· εμένα όμως μου αποκάλυψες αυτόν που γύρευα. Και αφού είπε αυτά και ασπάσθηκε τον Χρυσάνθιο, έφυγε για την Έφεσο. Εκεί συνάντησε τον Μάξιμο, και προσκολλήθηκε στον άνδρα». [49]

Πράγματι, ο Ιουλιανός έμεινε έκτοτε κοντά στον Μάξιμο, και όταν αργότερα ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο, τον περιέβαλλε με εξαιρετικές τιμές και τον έχρισε σύμβουλο του επί παντός επιστητού. Αυτόν αναγνωρίζει ο Ιουλιανός ως τον «φιλοσοφώτατο», ο οποίος του «έδειξε τα πρόθυρα της φιλοσοφίας»,[50] και όπως παρατηρεί ο Jean Bouffartigue, η μορφή του Μαξίμου που προκύπτει από τα κείμενα του Ιουλιανού δεν είναι η μορφή ενός διδασκάλου, αλλά ενός πνευματικού οδηγού. [51] Η επιλογή αυτή του Ιουλιανού στο δίλημμα που του έθεσε ο Ευσέβιος δεν διαφέρει σε τίποτε από την επιλογή όλων εκείνων των ανοήτων της εποχής μας που καταφεύγουν στα μέντιουμ, τις χαρτορίχτρες και τους αστρολόγους. Ο Ιουλιανός, όπως άλλωστε και όλη σχεδόν η τελευταία γενιά του παγανισμού, αδιαφόρησε για τον φιλοσοφικό λόγο και αφοσιώθηκε σε αυτό που ονόμαζε «τελεστική και μυσταγωγό φιλοσοφία»[52] με άλλα λόγια, αδιαφόρησε για τον ορθό λόγο και τη λογική των επιχειρημάτων, και προσκολλήθηκε στη μαγεία, τη δεισιδαιμονία και έναν αρρωστημένο μυστικισμό· περιφρόνησε τους γνήσιους θεράποντες της φιλοσοφίας, και λάτρευσε τσαρλατάνους θαυματοποιούς. Αν λοιπόν πρέπει οπωσδήποτε ο Ιουλιανός να είναι «εστεμμένος φιλόσοφος», ας είναι- αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε ποια ήταν η… «φιλοσοφία» του.

Τα πραγματικά φιλοσοφικά πρότυπα του Ιουλιανού, εξάλλου, δεν ήσαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι της ελληνικής αρχαιότητας, ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης, αλλά ο τσαρλατάνος Μάξιμος, ο μύστης Ιάμβλιχος και ένα συνονθύλευμα ασυναρτησιών σαν τους Χαλδαϊκούς χρησμούς. Όχι ότι ο Ιουλιανός δεν εκθειάζει και τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη· αλλά ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης που εκθειάζει ο Ιουλιανός δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη που τιμάμε εμείς σήμερα. Στο έργο του εις την μητέρα των θεών, μάλιστα, ο Ιουλιανός δηλώνει ανοικτά την πεποίθηση του ότι οι αριστοτελικές θέσεις είναι εντελώς ανεπαρκείς, αν δεν τις προσαρμόσει κανείς προς τις πλατωνικές αντιλήψεις, και προσθέτει ότι και οι πλατωνικές αντιλήψεις είναι εξίσου ανεπαρκείς, αν δεν τις προσαρμόσει κανείς προς τις «προφητείες που έχουν δοθεί από τους θεούς»,[53] εννοώντας βεβαίως τους Χαλδαϊκούς χρησμούς. Όπερ σημαίνει, πρακτικά, ότι ένα συνονθύλευμα ασυναρτησιών σαν τους Χαλδαϊκούς χρησμούς ανάγεται από τον Ιουλιανό σε προκρούστεια κλίνη, επί της οποίας πρέπει να προσαρμοσθούν οι μεγάλοι φιλόσοφοι της ελληνικής αρχαιότητας, ώστε να έλθουν στα μέτρα του αρρωστημένου μυστικισμού του «εστεμμένου φιλοσόφου». Ομοίως και ο Πυθαγόρας που έχει κατά νουν ο Ιουλιανός «πήγε στην Αίγυπτο και είδε Πέρσες και προσπάθησε να εποπτεύσει από παντού όλα τα μυστήρια των θεών και να μυηθεί παντού σε κάθε λογής τελετές». [54] Φανερά δηλαδή, ακόμη και όταν ο Παραβάτης αυτοκράτορας εξαίρει την ελληνική φιλοσοφία, η ελληνική φιλοσοφία που έχει κατά νουν είναι ιδωμένη μέσα από το παραμορφωτικό κάτοπτρο της Ανατολής.

Το πραγματικό πρότυπο του Ιουλιανού ήταν ο Σύρος φιλόσοφος Ιάμβλιχος (περίπου 250-330 μ. Χ. ), ο θεωρητικός της θεουργίας (η οποία ήταν κατά βάσιν μία μαγική τελετή με στόχο την ένωση του ανθρώπου με τους θεούς), ο ψευδοφιλόσοφος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον έθεσε τη σφραγίδα του επί του ύστερου παγανισμού, προβάλλοντας ως αληθινή φιλοσοφία ένα άθυρμα δεισιδαιμονικών πίστεων και πρακτικών. Όπως σχολιάζει ο Jean Bouffartigue, ο Ιάμβλιχος ήταν για τον Ιουλιανό ό,τι ήταν ο Πυθαγόρας για τους μαθητές του. [55] Παντού στα κείμενα του, ο Ιουλιανός δεν χάνει ευκαιρία να εκθειάζει τον Ιάμβλιχο, ο οποίος εξυμνείται απ’ αυτόν ως «θείος αληθώς και μετά Πυθαγόραν και Πλάτωνα τρίτος». [56] Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι σε άλλο έργο του ο Ιουλιανός φθάνει μέχρι του σημείου να βάζει στο ίδιο επίπεδο με τον «μέγα Πλάτωνα» τον Ιάμβλιχο, «άνδρα μεταγενέστερο χρονικά, αλλά όχι κατώτερο στην αξία»(1), για τον οποίο μάλιστα λέει χαρακτηριστικά ότι είναι αυτός που τον μύησε στη φιλοσοφία… [57] Λέγοντας μάλιστα αυτό, αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά ποια ήταν η φιλοσοφία που είχε κατά νουν παραδέχεται δηλαδή ότι είχε γνωρίσει τη φιλοσοφία μέσα από τα γεμάτα μυστικισμό και μαγεία κείμενα του Ιαμβλίχου, και ότι ήταν ο Ιάμβλιχος, και όχι βεβαίως ο Πλάτων, αυτός που είχε διαμορφώσει την εικόνα του για τη φιλοσοφία. Στο έργο του εις τον βασιλέα Ήλιον, μάλιστα, ο Ιουλιανός παραπέμπει τον αναγνώστη του που επιθυμεί «τελειότερους και μυστικώτερους λόγους» στα συγγράμματα του «θείου» Ιαμβλίχου, όπου του υπόσχεται ότι θα βρει «το αποκορύφωμα της ανθρώπινης σοφίας». [58] Αλλού, καλεί τον αναγνώστη του να υπηρετήσουν από κοινού τον «αγαπημένο του Θεού Ιάμβλιχο»,[59] και δηλώνει πεπεισμένος ότι κανείς δεν πρόκειται να πει ποτέ τίποτε τελειότερο από αυτόν, όσο και αν προσπαθήσει και όσες καινοτομίες και αν επιφέρει, καθώς το μόνο που θα επιτύχει θα είναι να απομακρυνθεί από την «αληθέστατη αντίληψη για τον θεό». [60] Και σε άλλο σημείο, ο Ιουλιανός αναφέρεται στην «άρρητη μυσταγωγία», την οποία «εβάκχευσε» ο Χαλδαίος (δηλαδή ο Ιάμβλιχος) «προς τον επτάκτινα Θεόν», και η οποία είναι άγνωστη, και μάλιστα πολύ άγνωστη στον «συρφετό», αλλά οικεία στους μακάριους θεουργούς. [61] Τέλος, ο ίδιος ο Ιουλιανός δηλώνει ανοικτά ότι πρότυπο του είναι στη μεν φιλοσοφία ο Ιάμβλιχος, στη δε θεοσοφία ο ομώνυμος του Ιουλιανός ο θεουργός (ο συγγραφέας των Χαλδαϊκών χρησμών), και ότι θεωρεί όλους τους άλλους ως ένα μηδέν σε σύγκριση με αυτούς! [62]

Ήδη τα παραπάνω αρκούν, για να μας πείσουν τι λογής «φιλόσοφος» ήταν ο εξυμνούμενος ως «εστεμμένος φιλόσοφος» Ιουλιανός. Ο Klaus Wessel σχολιάζει πολύ σωστά ότι ο Ιουλιανός είχε πάρει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα πράγματα από τη σχολή του Ιαμβλίχου, στην οποία δεν είχε γίνει φιλόσοφος, αλλά μύστης. [63] Ο Robert Browning έχει κάθε δίκιο να παρατηρεί ότι η ενθουσιώδης ατμόσφαιρα του μεταιαμβλιχικού νεοπλατωνισμού, με την τάση της να συγχέει τη διδασκαλία και τη μύηση, άμβλυνε μάλλον παρά όξυνε το πνεύμα του Ιουλιανού. [64] Ο Giuseppe Ricciotti εκτιμά ότι η πλήρης προσκόλληση του Ιουλιανού στη θεουργία σηματοδοτεί την αρχή της εκτύλιξης της δικής του πνευματικής τραγωδίας. [65] Εξάλλου, όταν η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden γράφει ότι η μύηση του Ιουλιανού στα μιθραϊκά μυστήρια ήταν ένα βήμα διόλου ασυμβίβαστο με την προσήλωση του στον πλατωνισμό,[66] είναι φανερό ότι αναφέρεται σε έναν «πλατωνισμό» εντελώς διαφορετικό από τον διαυγή φιλοσοφικό λόγο του Πλάτωνος που διδάσκεται σήμερα στις φιλοσοφικές σχολές όλου του πολιτισμένου κόσμου.

3. Ο Ιουλιανός, η φιλοσοφία και οι φιλόσοφοι

Ο Ιουλιανός λοιπόν δεν ήταν φιλόσοφος, η πάντως, τουλάχιστον, δεν ήταν φιλόσοφος με την έννοια με την οποία αντιλαμβανόμαστε τη λέξη «φιλόσοφος» σήμερα. Μένει να δούμε αν τουλάχιστον τιμούσε τη φιλοσοφία και τους φιλοσόφους, χωρίς έστω να είναι φιλόσοφος ο ίδιος, ώστε να αξίζει από αυτή την άποψη τον έπαινο των φιλοσοφούντων της εποχής μας· διότι, αν δεν ήταν μεν φιλόσοφος ο ίδιος, αλλά τουλάχιστον τιμούσε τη φιλοσοφία και τους φιλοσόφους, αυτό θα ήταν κάτι· άλλωστε, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει πολύ χαρακτηριστικά ότι η πρέπει να φιλοσοφούμε, ή να τιμάμε τη φιλοσοφία, αν δεν θέλουμε να βρεθούμε εντελώς έξω από το καλό. [67]

Ο ιστορικός του εβδόμου αιώνα Ιωάννης ο Αντιοχεύς γράφει ότι ο Ιουλιανός «τιμούσε όσους ασχολούνταν περί την παιδεία, και προπάντων όσους απαγγέλλονταν τη φιλοσοφία». [68] Και είναι αλήθεια ότι ο Ιουλιανός δήλωνε ότι έθετε τον εαυτό του στην υπηρεσία των φιλοσόφων. Σε μία επιστολή του μάλιστα προς τον Πρίσκο γράφει:

«Ορκίζομαι στο όνομα αυτού που είναι αίτιος όλων των αγαθών για μένα και Σωτήρας ότι γι’ αυτό εύχομαι να ζω, για να γίνω σε κάτι χρήσιμος σε σας- και όταν λέω εσάς, εννοώ τους αληθινούς φιλοσόφους, ένας εκ των οποίων έχοντας πεισθεί ότι είσαι εσύ, γνωρίζεις πως σε αγάπησα και σε αγαπώ και εύχομαι να σε βλέπω». [69]

Τα λόγια αυτά μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι ο αυτοκράτορας θέτει πράγματι τον εαυτό του στην υπηρεσία των φιλοσόφων. Άλλα υπάρχει μία λεπτομέρεια που αποκαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά· πιο συγκεκριμένα, ο Ιουλιανός, όπως είδαμε, κάνει λόγο για τους «αληθινούς» φιλοσόφους, αντιδιαστέλλοντας τους προφανώς προς τους μη «αληθινούς». Και βρήκαμε την ευκαιρία να πούμε παραπάνω ποιους θεωρούσε ο Ιουλιανός «αληθινούς» φιλοσόφους: κάποιους τσαρλατάνους θαυματοποιούς, απατεώνες μάγους και «μύστες» σαν τον Μάξιμο τον Εφέσιο ή τον Ιάμβλιχο. Αν λοιπόν ο Ιουλιανός με την παραπάνω επιστολή του θέτει ειλικρινά τον εαυτό του στην υπηρεσία κάποιων, δεν τον θέτει στην υπηρεσία των φιλοσόφων όπως τους εννοούμε εμείς σήμερα, αλλά των «φιλοσόφων» όπως τους αντιλαμβανόταν αυτός.

Όπως παρατηρεί και ο Gibbon, ο Ιουλιανός επέλεξε τους ευνοούμενους του μεταξύ των σοφών που ήσαν ασκημένοι εις βάθος στις απόκρυφες επιστήμες της μαγείας και της μαντείας· και ο κάθε απατεώνας που υποκρινόταν ότι αποκάλυπτε τα μυστικά του μέλλοντος μπορούσε να είναι σίγουρος ότι θα απολάμβανε το παρόν μέσα σε τιμές και πλούτη. [70] Πράγματι, ευθύς μετά την ανάρρηση του στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιουλιανός κάλεσε κοντά του τον παλαιό του διδάσκαλο, τον Μάξιμο, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Μαζί με αυτόν, κάλεσε κοντά του και άλλους «φιλοσόφους». Αν ένας πολιτικός άνδρας κρίνεται συν τοις άλλοις και από την επιλογή των ανθρώπων που τον περιβάλλουν, δεν πρέπει να αγνοούμε ποια ήταν η επιλογή του Ιουλιανού.

Πολύ γρήγορα, ο Μάξιμος και οι άλλοι ψευδοφιλόσοφοι έγιναν μία διεφθαρμένη και διεστραμμένη αυτοκρατορική αυλή. Ακόμη και ο Ευνάπιος, ο οποίος κατά τ άλλα θαυμάζει τον Μάξιμο, παρατηρεί εν τούτοις ότι ο Μάξιμος έγινε προϊόντος του χρόνου υπερόπτης και κακότροπος, ντυνόταν με ακριβά ενδύματα που δεν ταίριαζαν σε φιλόσοφο, και φερόταν στους άλλους αλαζονικά και απότομα· απλώς, όπως περιορίζεται να προσθέσει, ο αυτοκράτορας αγνοούσε τα τεκταινόμενα. [71] Η ιδιότυπη αυτή αυτοκρατορική αυλή ακολούθησε τον αυτοκράτορα και στη μοιραία γι’ αυτόν εκστρατεία στα βάθη της Περσίας· ο Ευνάπιος μνημονεύει ονομαστικά τον Μάξιμο και τον Πρίσκο, κάνει όμως λόγο και για «όχλο ανθρώπων που εγκωμίαζαν τους εαυτούς τους και το έπαιρναν επάνω τους, που ο βασιλιάς έλεγε ότι τους συμβουλευόταν». [72] ομοίως και ο εθνικός ιστορικός Αμμιανός γράφει ότι η υπερβολική αγάπη του Ιουλιανού για τον έπαινο «τον έκανε πολύ συχνά να συναναστρέφεται ανάξιους ανθρώπους». [73] Αυτά τα λόγια του Ευναπίου και του Αμμιανού αποκαλύπτουν πως ακόμη και οι εθνικοί —και μάλιστα ακόμη και οι πιο πορωμένοι εθνικοί σαν τον Ευνάπιο— δεν μπορούσαν να κλείνουν τα μάτια μπροστά στη διαφθορά της ιδιότυπης αυλής του «εστεμμένου φιλοσόφου» Ιουλιανού.

Υπάρχει προς τούτοις και κάτι ακόμη που πρέπει να πούμε για τη σχέση του Ιουλιανού με τη διεφθαρμένη αυτή αυλή των ψευδοφιλοσόφων. Ο Ιουλιανός σεβόταν και τιμούσε απεριόριστα όλους αυτούς τους τσαρλατάνους, μοιραζόταν μαζί τους τα ίδια ιδανικά και την ίδια αποστροφή για τη χριστιανική θρησκεία, τους συμβουλευόταν επί παντός επιστητού, αλλά ουδέποτε διόρισε κάποιον από αυτούς σε δημόσιο αξίωμα. Ο Robert Browning παρατηρεί ότι οι δραστήριοι και φανατικοί παγανιστές που τοποθετήθηκαν από τον Ιουλιανό σε θέσεις κλειδιά ήσαν άνδρες όπως ο Σαλούτιος Σεκούντος, οι οποίοι μπορούσαν ήδη να επικαλεσθούν μία μακρά και επιτυχημένη σταδιοδρομία στον δημόσιο βίο· το σχόλιο του Browning είναι ότι ο Ιουλιανός ήταν μεν ένας Έλληνας φιλόσοφος, αλλά ήταν επίσης και ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας που είχε πλήρη επίγνωση της ωμής πραγματικότητας της εξουσίας. [74] Το βέβαιον είναι ότι ο Ιουλιανός μπορεί μεν να ήθελε να περιβάλλεται από μία αυλή φιλοσόφων, αλλά δεν ήταν εξίσου διατεθειμένος να τοποθετήσει αυτούς τους φιλοσόφους σε θέσεις κλειδιά, δίδοντας τους έτσι πραγματική εξουσία.

Ίσως βέβαια αντιτείνει κανείς εδώ ότι απλά ο Ιουλιανός είχε πρακτικό νου, και αντιλαμβανόταν ότι ένας φιλόσοφος χωρίς πείρα περί τα πολιτικά πράγματα ήταν ακατάλληλος για την ανάληψη ενός δημοσίου αξιώματος. Και όμως, υπήρχε ένας τουλάχιστον φιλόσοφος με μεγάλη πείρα περί τα πολιτικά πράγματα· ο Ιουλιανός όχι μόνο δεν έσπευσε ο ίδιος να τον αξιοποιήσει σε κάποια διοικητική θέση, αλλά και, όταν εκείνος του προσέφερε τις υπηρεσίες του, όχι μόνο δεν τις δέχθηκε, αλλά και αρνήθηκε κάθε συνεργασία μαζί του· ο φιλόσοφος αυτός ήταν ο Θεμίστιος.

Όταν ο Ιουλιανός ανήλθε στον θρόνο το 361, ο Θεμίστιος είχε ήδη να επικαλεσθεί τουλάχιστον μία εξαετία ενεργούς εμπλοκής στα πολιτικά πράγματα. Πράγματι, έξι χρόνια νωρίτερα, το 355, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος τον είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη, τον είχε περιβάλει με εξαιρετικές τιμές και τον είχε χρίσει συγκλητικό, εκφωνώντας μάλιστα για την περίσταση ένα λόγο που αποτελεί πραγματικό ύμνο για τη φιλοσοφία. [75] Ο Θεμίστιος ήταν ένας φιλόσοφος της πράξεως, ο οποίος εξήρε την πολιτική αρετή και έθετε τη φιλοσοφία στην υπηρεσία της πολιτείας, όπως ακριβώς έκαναν και οι μεγάλοι της ελληνικής αρχαιότητας, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ήδη ο Κωνστάντιος στον λόγο που είχε απευθύνει στη σύγκλητο παρουσίαζε τον Θεμίστιο ως άνδρα που «δεν ακολουθεί φιλοσοφία ακοινώνητη»·[76] Ο ίδιος ο Θεμίστιος, πολλά χρόνια αργότερα, εκαυχάτο ότι ήδη από τη νεανική του ηλικία δεν είχε προτιμήσει την «εν ταις γωνίαις φιλοσοφίαν», αλλά είχε θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της πόλεως. [77] Όταν λοιπόν ο Ιουλιανός ανήλθε στον θρόνο το 361, ο Θεμίστιος είχε να επικαλεσθεί πλούσια πείρα περί τα πολιτικά πράγματα, και επιπλέον φαινόταν να τυγχάνει πραγματικά καθολικής αποδοχής: ο ίδιος ο Θεμίστιος ήταν πιστός στο αρχαίο θρήσκευμα· ο αυτοκράτορας που τον είχε χρίσει συγκλητικό, ο Κωνστάντιος, ήταν χριστιανός· και η πολιτική δράση του Θεμίστιου είχε χαιρετισθεί απ’ όλους, με πρώτους και καλύτερους βέβαια τους λόγιους και μορφωμένους εθνικούς· ο Λιβάνιος σε συγχαρητήρια επιστολή του προς τον Θεμίστιο δηλώνει ότι δεν χαίρεται τόσο για τον ίδιο που αναλαμβάνει πολιτική εξουσία, όσο για την πόλη που παραδίδει σε αυτόν τα ηνία της, καθώς ο μεν ίδιος ο Θεμίστιος δεν χρειάζεται δύναμη, αλλά η πόλη χρειάζεται έναν αγαθό ηγεμόνα[78] — και ο αγαθός αυτός ηγεμόνας είναι βεβαίως ο Θεμίστιος· σε άλλη του επιστολή μάλιστα ο Λιβάνιος επαινεί τον Θεμίστιο ως γνήσιο φιλόσοφο, αφού μπορεί να ασκεί τη φιλοσοφία ακόμη και εν μέσω των οχλήσεων του πολιτικού βίου. [79]

Αυτός ο Θεμίστιος λοιπόν χαιρέτισε με ενθουσιασμό την άνοδο του Ιουλιανού στον θρόνο. Η φημολογούμενη μεγάλη παιδεία του νέου αυτοκράτορα γεννούσε σε όλους τους μορφωμένους μεγάλες προσδοκίες, και έκανε πολλούς να ελπίζουν ότι είχε έλθει η ευλογημένη στιγμή να δουν να γίνεται πράξη το περίφημο πλατωνικό αίτημα για σύμπτωση πολιτικής εξουσίας και φιλοσοφίας σε ένα και το αυτό πρόσωπο. Συμμεριζόμενος αυτόν τον ενθουσιασμό και αυτή την ελπίδα, ο Θεμίστιος απηύθυνε στον νέο αυτοκράτορα μία θερμή επιστολή, την οποία ατυχώς δεν έχουμε σήμερα, αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε το περιεχόμενο της από την απαντητική επιστολή του Ιουλιανού. Σε αυτή την επιστολή, λοιπόν, ο Θεμίστιος χαιρέτιζε με ενθουσιασμό την άνοδο του Ιουλιανού στον θρόνο, την οποία παρομοίαζε με μετάβαση «εκ της υπoστέγου φιλοσοφίας προς την υπαίθριον»·[80] ο Θεός, έγραφε, είχε τάξει τον Ιουλιανό στην ίδια μοίρα με τον Ηρακλή και τον Διόνυσο, φιλοσόφους και βασιλείς μαζί, και ο Ιουλιανός έπρεπε να αποτινάξει κάθε «σχολής έννοιαν και ραστώνην», για να φανεί αντάξιος του μεγάλου αγώνα που είχε μπροστά του·[81] έφερνε μάλιστα ως παράδειγμα τους σοφούς νομοθέτες του παρελθόντος, τον Σόλωνα, τον Πιττακό και τον Λυκούργο, και έγραφε ότι οι άνθρωποι είχαν κάθε δίκιο να περιμένουν από τον Ιουλιανό ακόμη περισσότερα·[82] επαινούσε κατόπιν στον φιλόσοφο τον βίο της πράξεως, επικαλούμενος μάλιστα εις επίρρωση των λόγων του ένα απόσπασμα από τα Πολιτικά του Αριστοτέλους·[83] τέλος, έθετε τον εαυτό του και τις υπηρεσίες του στη διάθεση του αυτοκράτορα για το υψηλό έργο που είχε μπροστά του.

Η απαντητική επιστολή του Ιουλιανού, η οποία σώζεται ακέραιη, είναι δίχως άλλο παράδοξη. Φαινομενικά, ο Ιουλιανός εκφράζει τη μεγάλη εκτίμηση του για τον Θεμίστιο, όσο και αν δηλώνει ότι θεωρεί υπερβολικούς τους επαίνους του φιλοσόφου και τους λόγους του για τις μεγάλες ελπίδες που γεννούσε η άνοδος του ιδίου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Πίσω από τις φιλοφρονήσεις και τα ρητορικά σχήματα, όμως, κρύβεται μία βαθύτατη διαφωνία. Αντίθετα από τα όσα έγραφε ο Θεμίστιος, ο Ιουλιανός επιμένει ότι ο βίος της θεωρίας είναι ανώτερος από τον βίο της πράξεως- ο Σωκράτης, γράφει, πέτυχε πολύ περισσότερα και ωφέλησε πολύ περισσότερους από τον Αλέξανδρο·[84] ο Ιουλιανός φθάνει μέχρι του σημείου να υποδεικνύει στον Θεμίστιο ότι ο τρόπος με τον οποίο είχε ερμηνεύσει το απόσπασμα του Αριστοτέλους από τα Πολιτικά, με το οποίο προσπαθούσε να στηρίξει τις απόψεις του για υπεροχή του βίου της πράξεως, ήταν στην πραγματικότητα άστοχος, καθώς ο Αριστοτέλης ήθελε να πει άλλα πράγματα από αυτά που τον εμφάνιζε να λέει ο Θεμίστιος![85] Τέλος, ο Ιουλιανός απορρίπτει την προσφορά του Θεμίστιου, και του υποδεικνύει να αφοσιωθεί στη φιλοσοφία και τη διδασκαλία της, όπου θα είναι ωφελιμότερος![86] Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της επιστολής: ενώ ο Θεμίστιος είχε θέσει τον εαυτό του και τις υπηρεσίες του στη διάθεση του νέου αυτοκράτορα, ο Ιουλιανός απορρίπτει τη συνεργασία του, διορθώνοντας μάλιστα τις αντιλήψεις του περί υπεροχής του φιλοσοφικού βίου της πράξεως.

Δίχως άλλο, ο Θεμίστιος αντιπροσώπευε ένα είδος φιλοσόφου που δεν ταίριαζε στις προτιμήσεις του Ιουλιανού. Ο Θεμίστιος δηλαδή επεδίωκε να μείνει πιστός στη φιλοσοφική παράδοση της ελληνικής αρχαιότητας και ασκούσε μία φιλοσοφία του λόγου και της πράξεως, αποδοκιμάζοντας την έκπτωση του φιλοσοφικού λόγου στη μαγεία, τη δεισιδαιμονία και τον τσαρλατανισμό· αλλά αυτό ακριβώς το τελευταίο ήταν στα μάτια του Ιουλιανού η πιο γνήσια και υψηλή φιλοσοφία· από αυτή την άποψη, ο Θεμίστιος και ο Ιουλιανός αντιπροσώπευαν δύο διαφορετικές οδούς, εντελώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους, και η σύγκρουση τους ήταν περίπου αναπόφευκτη. Αυτή η σύγκρουση πιστοποιήθηκε με την απαντητική επιστολή του Ιουλιανού. Ο Rowland Smith γράφει πολύ σωστά ότι η επιστολή του Ιουλιανού προς τον Θεμίστιο δεν ήταν αυτό που φαινόταν, καθώς πίσω από τον φαινομενικά φιλικό της τόνο κρύβεται μία κάθετη απόρριψη της ευρύτερης ιδέας που έχει ο Θεμίστιος για την παιδεία και μία κάπως σαρκαστική απόρριψη της προσφοράς του φιλοσόφου για συνεργασία. [87] Η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden σχολιάζει ότι με αυτή την επιστολή, όχι χωρίς κάποιο σαρκασμό, ο Ιουλιανός απορρίπτει την προσφορά του Θεμίστιου να διαδραματίσει έναν ενεργό ρόλο στην πολιτική και του υποδεικνύει να επιστρέψει στα βιβλία του, υποστηρίζοντας ότι η θεωρία είναι ανώτερη από την πράξη. [88]

Αν επισκοπήσουμε τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι ο εξυμνούμενος ως δήθεν «εστεμμένος φιλόσοφος» Ιουλιανός δεν πραγματώνει σε καμία περίπτωση το περίφημο πλατωνικό ιδεώδες περί σύμπτωσης της πολιτικής εξουσίας και της φιλοσοφίας. Πρώτ’ απ’ όλα, δεν το πραγματώνει ο ίδιος, καθώς μπορεί μεν να ανέβηκε στον θρόνο, αλλά πάντως φιλόσοφος δεν ήταν (μάλλον δε, είδαμε τι λογής «φιλόσοφος» ήταν)· επιπλέον, δεν φαίνεται διατεθειμένος να το πραγματώσει ούτε καν έμμεσα, χωρίς έστω να είναι φιλόσοφος ο ίδιος, αλλά πάντως παραχωρώντας πολιτική εξουσία σε φιλοσόφους· ο Ιουλιανός, όπως είδαμε, όχι μόνο δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά και απορρίπτει ωμά την προσφορά του φιλοσόφου Θεμίστιου για συνεργασία. Το συμπέρασμα διατυπώνεται πολύ ωραία από τον Hansgeorg Beck: ο Ιουλιανός «μπαίνει επικεφαλής των φιλοσόφων, αλλά δεν προτίθεται να βάλει τους φιλοσόφους επικεφαλής του κράτους». [89]

Αξίζει μάλιστα να πούμε παρενθετικά και το εξής: Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, η φαιδρή προσπάθεια του Παραβάτη αυτοκράτορα να αναστήσει την ειδωλολατρία κατέρρευσε, και στον θρόνο ανέβηκε και πάλι ένας χριστιανός αυτοκράτορας, ο Ιοβιανός. Ο Θεμίστιος, ο εθνικός αυτός φιλόσοφος ο οποίος είχε αρχικά χαιρετίσει με ενθουσιασμό την άνοδο του Ιουλιανού στον θρόνο, κατόπιν όμως είχε περιφρονηθεί από τον Παραβάτη αυτοκράτορα, συνέθεσε ένα λόγο προς τιμήν του νέου αυτοκράτορα, του Ιοβιανού, στον οποίο μεταξύ άλλων εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς αυτόν, διότι επανέφερε την εξόριστη φιλοσοφία στα ανάκτορα! [90] Τα λόγια αυτά του Θεμίστιου έχουν εξαιρετική σημασία· διότι, βεβαίως, αν ο Ιοβιανός επανέφερε την εξόριστη φιλοσοφία στα ανάκτορα, αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως η φιλοσοφία είχε εξορισθεί από εκεί από τον προκάτοχο του Ιοβιανού αυτοκράτορα· και προκάτοχος του Ιοβιανού αυτοκράτορας ήταν ο Ιουλιανός. Και τη στιγμή που ακόμη και ο εθνικός Θεμίστιος ένιωσε ότι η φιλοσοφία είχε εξορισθεί από τον Ιουλιανό, είναι απορίας άξιον πως μπορούν μερικοί σήμερα να είναι τόσο τυφλωμένοι, ώστε να βλέπουν στον Ιουλιανό έναν… «εστεμμένο φιλόσοφο»…

4. Θρησκευτικότητα, δεισιδαιμονία και παράνοια τον Ιουλιανού

Αν θέλουμε να συμπληρώσουμε το πνευματικό πορτρέτο του Ιουλιανού το οποίο προσπαθούμε να σχεδιάσουμε εδώ, δεν πρέπει να περιορισθούμε στην παιδεία και την ψευδοφιλοσοφία του εξυμνούμενου ως «εστεμμένου φιλοσόφου», αλλά να αναφερθούμε επιπλέον και στη θρησκευτικότητα του Παραβάτη αυτοκράτορα, η οποία φαίνεται ότι αποτελεί ένα από τα πιο έμμονα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του. Η προσεκτική μελέτη των πηγών οδηγεί σε συμπεράσματα που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την εικόνα του Ιουλιανού που θέλουν να προβάλλουν κάποιοι από τους σύγχρονους και παλαιότερους υμνητές του, σύμφωνα με τους οποίους ο Ιουλιανός υπήρξε ένας υπέρμαχος του ορθού λόγου του Ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος πάλεψε να αντισταθεί στην ισοπέδωση του πολιτισμού από τη θρησκεία. Στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύεται από την προσεκτική μελέτη των πηγών, ο Ιουλιανός είχε μία σκοτεινή προσωπικότητα, κυριευμένη από έναν παθολογικό μυστικισμό και μία αρρωστημένη δεισιδαιμονία· και όταν έπεσε νεκρός στη μοιραία εκστρατεία του κατά των Περσών, ο Ιουλιανός κινείτο ήδη στα αδιέξοδα μονοπάτια της παράνοιας και της ψύχωσης.

Ίσως βεβαίως αντιτείνει εδώ κανείς το εξής: Γιατί να πιστεύσουμε ότι ο Ιουλιανός είχε μία σκοτεινή και παθολογική προσωπικότητα, και να μη δεχθούμε ότι αυτή η εικόνα προκύπτει απλούστατα από την επί αιώνες κατασυκοφάντηση του ευγενούς αυτοκράτορα από τους κακόβουλους αντιπάλους του; Η ένσταση αυτή είναι απολύτως εύλογη και καθ’ όλα νόμιμη. Προκειμένου λοιπόν να μη νομισθεί ότι η εικόνα της σκοτεινής και παθολογικής προσωπικότητας του Ιουλιανού προκύπτει από τις συκοφαντίες των χριστιανών, θα αφήσουμε κατά μέρος τις χριστιανικές πηγές, και θα περιορισθούμε στα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη των εθνικών και μόνο πηγών και των έργων του ιδίου του αυτοκράτορα.

Πρώτ’ απ’ όλα, λοιπόν, ο Ιουλιανός ένιωθε μία αρρωστημένη έλξη για τη μαντική, τις μαγικές τελετές και τις σκοταδιστικές πρακτικές. Ακόμη και αν δεν είχαμε καμία πηγή που να το πιστοποιούσε αυτό, και πάλι θα αρκούσε για να μας πείσει το γεγονός ότι καθ’ όλη τη βασιλεία του ο Ιουλιανός χάριζε την εύνοια του στους ανθρώπους ακριβώς που αποδεδειγμένα επιδίδονταν στις απόκρυφες επιστήμες· ο Μάξιμος, ο Πρίσκος και οι άλλοι ψευδοφιλόσοφοι της αυλής του ήσαν ακριβώς τέτοιοι αγύρτες απατεώνες. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη σχέση του με τον Μάξιμο, έχουμε τη ρητή μαρτυρία του εθνικού και θαυμαστή του Ιουλιανού Ευναπίου που μνημονεύσαμε παραπάνω,[91] ότι δηλαδή, όταν ο νεαρός Ιουλιανός άκουσε να γίνεται λόγος για τη μαγική τελετή που είχε τελέσει ο Μάξιμος μέσα στον ναό της θεάς της μαγείας Εκάτης, εγκατέλειψε πάραυτα όλες τις πρότερες αναζητήσεις του και έσπευσε να προσκολληθεί τον Μάξιμο, πεπεισμένος ότι σε αυτόν είχε βρει τον άνθρωπο που ζητούσε από παλαιά και την αληθινή φιλοσοφία.

Όλα αυτά, στα οποία άλλωστε αναφερθήκαμε και παραπάνω, δεν είναι βεβαίως τα μόνα στοιχεία που πιστοποιούν την αρρωστημένη έλξη του Ιουλιανού για τη μαντική, τις μαγικές τελετές και τις σκοταδιστικές πρακτικές. Σύμφωνα με τον Λιβάνιο, ο ανατεθραμμένος χριστιανικά νεαρός Ιουλιανός εγκατέλειψε τη χριστιανική πίστη και επανήλθε στην «πάτρια θρησκεία» ακριβώς χάρη στην έλξη που ένιωσε για τις απόκρυφες επιστήμες. Πιο συγκεκριμένα, η μεταστροφή του κατοπινού αυτοκράτορα φέρεται να έλαβε χώρα, όταν ο νεαρός Ιουλιανός είχε εκτοπισθεί κατά διαταγήν του Κωνσταντίου στη μικρή πόλη Νικομήδεια, ώστε να περνούν απαρατήρητες από τους πολλούς οι μεγάλες ικανότητες του. Στη Νικομήδεια όμως, όπως γράφει ο Λιβάνιος, ο νεαρός Ιουλιανός βρήκε ένα «σπινθήρα μαντικής» που έμενε κρυμμένος και μόλις που είχε γλιτώσει από τα χέρια των ασεβών χριστιανών, και με αυτόν άρχισε να «ανιχνεύει το αφανές», και άφησε πίσω του το πρώην σφοδρό μίσος κατά των θεών, «ημερούμενος υπό των μαντευμάτων». [92] Πρακτικά, δηλαδή, ο Ιουλιανός εγκατέλειψε τη χριστιανική πίστη εξαιτίας της αρρωστημένης έλξης που ένιωσε για τις απόκρυφες επιστήμες.

Αργότερα, όπως διαβάζουμε στον Αμμιανό, όταν ο Ιουλιανός βρισκόταν στη Γαλατία, φούντωσε μέσα του η επιθυμία να επιτεθεί ενάντια στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, «καθώς συμπέραινε από πολλά προφητικά σημάδια (στα οποία ήταν ειδήμων) και από όνειρα ότι ο Κωνστάντιος θα πέθαινε σύντομα». [93] Ο εθνικός ιστορικός Ζώσιμος μας παραθέτει και το συγκεκριμένο προφητικό όνειρο, στο οποίο ο ίδιος ο Ήλιος αποκάλυψε στον Ιουλιανό τον επικείμενο θάνατο του Κωνσταντίου, και όπως διαπιστώνουμε, η «αποκάλυψη» αυτή δεν είναι παρά μία αστρολογική πρόβλεψη ανάλογη με τις προβλέψεις των μέντιουμ της εποχής μας. [94] αφού πείσθηκε ότι η άνοδος του στον θρόνο ήταν απόφαση των θεών, ο Ιουλιανός άρχισε να εξετάζει τις επόμενες κινήσεις του, «μαζί με τους μάντεις», όπως γράφει πάλι ο Ζώσιμος. [95] Όπως γίνεται φανερό, ο Ιουλιανός όχι μόνον είχε μυηθεί στις τελετές και πρακτικές πρόβλεψης του μέλλοντος, αλλά και θεωρείτο ήδη «ειδήμων» σε αυτές, κατά τον λόγο του Αμμιανού.

Όταν ο Ιουλιανός ένιωσε ότι είχε στα χέρια του αρκετή δύναμη, ώστε να μη χρειάζεται πλέον να κρύβει τα θρησκευτικά του φρονήματα, πέρασε πλέον εντελώς φανερά στην ειδωλολατρία, έχρισε εαυτόν αρχιερέα, και άρχισε να περιηγείται τους ειδωλολατρικούς ναούς και να προσφέρει θυσίες και να προσπαθεί να κάνει και τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα του. [96] Αφοσιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία εκείνων των πραγμάτων τα οποία, όπως γράφει ο ίδιος, «ήδη διακωμωδούν οι ασεβέστατοι από τους ανθρώπους»[97] (αυτοί οι «ασεβέστατοι από τους ανθρώπους» ήσαν βεβαίως οι χριστιανοί). Αν δούμε ποια ήσαν αυτά τα πράγματα στα οποία αφοσιώθηκε ο Ιουλιανός, δεν θα δυσκολευθούμε ασφαλώς να διακρίνουμε ποιος είχε δίκιο· ο Παραβάτης αυτοκράτορας που αφοσιώθηκε σε αυτά, ή οι «ασεβέστατοι» χριστιανοί που τα διακωμωδούσαν.

Ο περίφημος εθνικός σοφιστής, ρήτορας και διδάσκαλος Λιβάνιος, θαυμαστής και υμνητής του Ιουλιανού, αφιερώνει στον Ιουλιανό μία σειρά από λόγους του, στους οποίους εξυμνεί κυρίως την ευσέβεια και θρησκευτικότητα του αυτοκράτορα. Οι λόγοι αυτοί του Λιβανίου έχουν ενδιαφέρον και για τον σημερινό αναγνώστη, διότι μας αποκαλύπτουν πρώτον μεν ποιος ήταν ο Ιουλιανός, δεύτερον δε ποιο συνονθύλευμα ανοησιών αντιλαμβάνονταν ως ευσέβεια και θρησκευτικότητα ακόμη και λόγιοι και μορφωμένοι εθνικοί της εποχής σαν τον Λιβάνιο.

Όπως λοιπόν προκύπτει από τα όσα γράφει ο Λιβάνιος, με πρόθεση να εξυμνήσει τον Ιουλιανό, ο Παραβάτης αυτοκράτορας είχε μια αρρωστημένη εμμονή με τις θυσίες. Ο Λιβάνιος γράφει ότι «αυτός είναι που μοίρασε τη ζωή του στις αποφάσεις για το κοινό καλό και στις ενασχολήσεις περί τους βωμούς, αυτός είναι που ήλθε σε επαφή με τους δαίμονες σε αμέτρητες τελετές». [98] Όπως γράφει σε άλλο έργο του ο Λιβάνιος, ευθύς μόλις ο Ιουλιανός ανήλθε στον θρόνο, διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν εύκολο για ένα βασιλέα να βγαίνει καθημερινά από τα ανάκτορα και να πηγαίνει στα ιερά, επιθυμώντας όμως να μη στερηθεί την καθημερινή επικοινωνία με τους θεούς, έδωσε εντολή να οικοδομηθεί μέσα στα ανάκτορα ιερό αφιερωμένο στον Ήλιο, έκανε το παλάτι χώρο τέλεσης μυστηρίων και ίδρυσε ξεχωριστό βωμό για καθέναν από τους θεούς. [99]

Όταν αργότερα ο Ιουλιανός έπεσε νεκρός στην εκστρατεία του κατά των Περσών, ο Λιβάνιος ερωτά ρητορικά ποιόν από τους θεούς θα έπρεπε να κατηγορήσει κανείς για αυτό το τραγικό τέλος· η απάντηση, την οποία σπεύδει να δώσει ο ίδιος ο Λιβάνιος, είναι ότι μάλλον θα έπρεπε να κατηγορηθούν όλοι οι θεοί εξίσου, που είχαν αφήσει τη φρουρά τον γενναίου αυτού ανθρώπου, την οποία ώφειλαν ως αντάλλαγμα για τα πολλά σφάγια, τις πολλές ευχές, τα πολλά αρώματα και το πολύ αίμα που είχε χυθεί γι’ αυτούς στους βωμούς νύκτα και ημέρα· διότι, όπως προσθέτει ο Λιβάνιος, ο Ιουλιανός δεν τιμούσε μόνο κάποιους από τους θεούς, ενώ αμελούσε να τιμήσει κάποιους άλλους, αλλά «όλους όσους παρέδωσαν οι ποιητές, πατέρες και παίδες, θεούς και θεές, άρχοντες και αρχόμενους, σε όλους έκανε σπονδές και όλων τους βωμούς γέμιζε με αρνιά και πρόβατα». [100] Στην αγορά των θεών, γράφει σε άλλο έργο του ο Λιβάνιος, οι θεοί δίχως άλλο θα συζητούν τον τραγικό θάνατο του Ιουλιανού, και θα κατηγορούν ο ένας τον άλλο, προτρέποντας παράλληλα ο ένας τον άλλο για την τιμωρία των ενόχων διότι, συνεχίζει ο Λιβάνιος, εάν ο Ζεύς θρηνούσε τον θάνατο του Έκτορα εξαιτίας του πλήθους των θυσιών που αυτός του είχε προσφέρει, και αν η Αθηνά μεμφόταν τον Δία για τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα κατηγορώντας τον ότι αδιαφορούσε για άνθρωπο που προσέφερε θυσίες, «τότε τι θα ήταν φυσικό να πει κανείς γι’ αυτόν ο οποίος είχε διέλθει μέσα στα δύο χρόνια όλες τις θυσίες των Ελλήνων;». [101]

Μία σημαντική λεπτομέρεια, η οποία μας βοηθεί να συμπληρώσουμε το πορτρέτο του Παραβάτη αυτοκράτορα, είναι ότι ο Ιουλιανός δεν περιοριζόταν μόνον στο να επισκέπτεται ξεχασμένα ειδωλολατρικά ιερά, να συμμετέχει στα παγανιστικά μυστήρια και να παρίσταται στην τέλεση θυσιών προς τιμήν των θεών, στις οποίες φρόντιζε να δίδει πανηγυρικό χαρακτήρα. Θέλοντας προς τούτοις να δώσει ο ίδιος το παράδειγμα με τον ζήλο του, αλλά ικανοποιώντας προφανώς και μία δική του, αρρωστημένη κλίση, ο Ιουλιανός άφηνε στην άκρη την αυτοκρατορική πορφύρα, φορούσε το ένδυμα του ιερέως (ο Λιβάνιος μαρτυρεί ότι ο αυτοκράτορας δεν ήθελε να τον αποκαλούν μόνο βασιλιά, αλλά και Ιερέα[102]), άναβε τη φωτιά στον βωμό, έπαιρνε το μαχαίρι, έσφαζε ο ίδιος με τα χέρια του το θύμα που προοριζόταν για θυσία, άνοιγε την κοιλιά του σφαγμένου ζώου, βύθιζε το χέρι στα σπλάγχνα του, έβγαζε την καρδιά ή το συκώτι, και τέλος διάβαζε σε αυτά, με τη βοήθεια κάποιου ικανού μάντη, τα σημάδια του μέλλοντος.

Και ας μη νομισθεί ότι ο Ιουλιανός περιοριζόταν να σφάζει από ένα μόνο ζώο σε καθεμιά από τις αμέτρητες τελετές θυσιών, σε μία συμβολική ένδειξη προσφοράς προς τους θεούς. Στους βωμούς των ψευδοθεών του παγανισμού θυσιάζονταν εκατόμβες θυμάτων — και ας μη λησμονούμε ότι η λέξη «εκατόμβη» σημαίνει τη θυσία εκατό βοδιών προς τιμήν των θεών.

Σε μία επιστολή που ο Ιουλιανός έγραψε προς τον θεουργό ψευδοφιλόσοφο Μάξιμο λίγο μόλις μετά από την ανάδειξη του σε μόνο αυτοκράτορα, δηλώνει ότι θρησκεύει «αναφανδόν», ότι το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος που έχει υπό τις διαταγές του είναι «θεοσεβές», ότι ο ίδιος θυσιάζει φανερά ταύρους στους θεούς, και ότι προσέφερε στους θεούς εις ένδειξιν ευχαριστίας για τη βοήθεια που του έχουν προσφέρει «πολλές εκατόμβες». [103] Οι θυσίες αυτές θα γίνονταν καθημερινή πρακτική κατά τους επόμενους μήνες της βασιλείας του Παραβάτη αυτοκράτορα. Ο εθνικός ιστορικός Αμμιανός μας παραδίδει ότι ο Ιουλιανός «περιέλουε τους βωμούς με το αίμα υπερβολικά μεγάλου αριθμού θυμάτων, θυσιάζοντας ενίοτε μέχρι και εκατό βόδια τη φορά, μαζί με αμέτρητες αγέλες από διάφορα άλλα ζώα και λευκά πουλιά που τα κυνηγούσαν με σπουδή σε ξηρά και θάλασσα». [104]

Αν λάβουμε υπ’ όψιν τα παραπάνω, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου περίεργο που ο «ευσεβής» αυτοκράτορας κέρδισε μεταξύ των υπηκόων του το παρωνύμιο του «χασάπη», όπως μαρτυρεί ακόμη και ο θαυμαστής και υμνητής του ιστορικός Αμμιανός. [105] Αν και ειδωλολάτρης και ο ίδιος, ο Αμμιανός αναγνωρίζει με κάθε ειλικρίνεια ότι ο Ιουλιανός έδιδε την εντύπωση δεισιδαίμονος μάλλον παρά πιστού, και θυσίαζε τόσα πολλά θύματα χωρίς την παραμικρή σκέψη για το κόστος, ώστε θα μπορούσε κανείς δικαίως να πιστεύσει ότι, αν είχε επιστρέψει νικητής από τη μοιραία γι’ αυτόν εκστρατεία στην Περσία, πολύ σύντομα η αυτοκρατορία θα είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα… ελλείψεως βουειδών(!) από τις πολυαίμακτες θυσίες τον αυτοκράτορα της! ! ! Σε αυτόν, συνεχίζει ο Αμμιανός, θα ταίριαζε το σκωπτικό επίγραμμα που είχε συνταχθεί παλαιότερα για τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μάρκο ΑυρΉλιο: «Τα βόδια τα λευκά χαιρετίζουν τον καίσαρα Μάρκο. / Αν ξανανικήσεις, εμείς χαθήκαμε»… ,[106]

Όλα αυτά δεν μπορούν βεβαίως παρά να προκαλούν την αποστροφή ακόμη και όσων είναι κατά τ’ άλλα πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν ευνοϊκά τον Παραβάτη αυτοκράτορα. Ο Edward Gibbon, ο οποίος είδαμε πόσο υμνεί κατά τ άλλα τον Ιουλιανό, και ο οποίος έζησε σε μία εποχή η οποία ήταν πρόθυμη να δει τον Ιουλιανό ως πρόδρομο της δικής της αντιπαράθεσης με τη χριστιανική θρησκεία, παρατηρεί εν τούτοις με ειλικρίνεια ότι στην περίπτωση του Ιουλιανού οι δυνάμεις ενός φωτισμένου νου προδίδονταν και διαφθείρονταν από την επίδραση της δεισιδαίμονος προκατάληψης, και ότι τα φαντάσματα που υπήρχαν μόνο στο μυαλό του αυτοκράτορα είχαν μία πραγματική και ολέθρια επίδραση στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. [107] Ο ίδιος σχολιάζει σε άλλο σημείο ότι η δεισιδαιμονία του Ιουλιανού διατάρασσε την ειρήνη και απειλούσε την ασφάλεια μιας κραταιάς αυτοκρατορίας. [108] Σε όλο το διάστημα της βασιλείας του Ιουλιανού, οι επικίνδυνοι μετεωρισμοί του Παραβάτη αυτοκράτορα δεν φαίνονταν να έχουν τέλος, καθώς ο αυτοκράτορας έπεφτε όλο και πιο χαμηλά στον χωρίς τέλος κατήφορο της δεισιδαιμονίας και της παράνοιας. Η ψύχωση του με τις θυσίες και τις ανόητες τελετές προς τιμήν των ψευδοθεών του δεν ήσαν απλώς μία πτυχή της προσωπικότητας του που μπορούσε κανείς να παραβλέψει, αλλά πρώτη προτεραιότητα σε όλες του τις πράξεις και επιλογές. Ο Robert Browning μάλιστα εκτιμά ότι, μολονότι ο Ιουλιανός δεν έφθασε ποτέ στο σημείο να διατυπώσει μία σαφή θεολογική διδασκαλία, εν τούτοις εκινείτο φανερά προς αυτή την κατεύθυνση. [109] Η Πολύμνια Αθανασιάδη-Fowden γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη, γράφοντας πως ό,τι είχε κάνει ο θείος του Κωνσταντίνος με τον χριστιανισμό, ο Ιουλιανός ονειρευόταν να επαναλάβει με τον μιθραϊσμό. [110]

Μόνο ως διαστροφή θα μπορούσε να περιγράψει κανείς την επιλογή του Παραβάτη αυτοκράτορα να καταγγείλει την ανοησία του χριστιανισμού και να προσκολληθεί αντ’ αυτού στη λατρεία του… Μίθρα, του αρχαίου περσικού Θεού του φωτός και της σοφίας· του Θεού που κατά την παράδοση είχε σφάξει τον θεϊκό ταύρο, από το σώμα του οποίου είχαν γεννηθεί όλα τα ωφέλιμα για τους ανθρώπους ζώα και φυτά· του Θεού που προοδευτικά είχε ταυτισθεί με τον Ήλιο, τον Έλληνα θεό του φωτός, και η λατρεία του οποίου δεν απέκλειε την αναγνώριση της ύπαρξης και τη λατρεία μυρίων άλλων θεών και δαιμόνων. Ειλικρινά, είναι απορίας άξιον πώς μπορούσε ποτέ στη διεστραμμένη σκέψη του «εστεμμένου φιλοσόφου» Ιουλιανού ο μεν χριστιανισμός να φαντάζει ανοησία, ο δε μιθραϊσμός να αντιπροσωπεύει την… απόλυτη σοφία! Σε μία επιστολή του προς τους πολίτες της Αλεξανδρείας, ο Ιουλιανός απευθύνεται στους χριστιανούς της πόλεως και τους ειρωνεύεται ότι μόνοι αυτοί απ’ όλους τους ανθρώπους δεν ευγνωμονούν τον Ήλιο και τη Σελήνη για τα ευεργετήματα που τους προσφέρουν, και τολμούν να μην προσκυνούν αυτούς τους… θεούς, αλλ’ αντ’ αυτών να θεωρούν Θεό Λόγο τον Ιησού, που ούτε αυτοί ούτε οι πατεράδες τους είδαν ποτέ, περιφρονώντας τον μέγα Ήλιο, τον οποίο όλο το ανθρώπινο γένος βλέπει και σέβεται και ευδοκιμεί χάριν σ’ αυτόν, «το ζωντανό και έμψυχο και έννουν και αγαθοεργό άγαλμα του νοητού πατρός»[111] Και ενώ πρόθεση του Ιουλιανού εδώ είναι να χλευάσει την ανοησία των χριστιανών, είναι φανερό ότι στην πραγματικότητα δεν αποκαλύπτει παρά τη δική του ανοησία και μόνον.

Ανάμεσα στα έργα αυτού του υποτιθέμενου «εστεμμένου φιλοσόφου» συγκαταλέγεται ένας ύμνος… εις τον βασιλέα Ήλιον,[112] ήδη από την αρχή του οποίου ο Ιουλιανός γράφει κατά λέξιν: «Γιατί είμαι οπαδός τον βασιλιά Ηλίου». [113] Διηγείται ότι ήδη από την παιδική του ηλικία ένιωσε δεινό πόθο για τη λάμψη του Θεού, ύψωνε από μικρό παιδί τη σκέψη του προς το αιθέριο φως, και τις ανέφελες νύκτες χανόταν μέσα στον κόσμο του, παρατηρώντας τα ουράνια κάλλη και χωρίς να καταλαβαίνει πλέον ούτε τι του έλεγαν οι άλλοι ούτε τι έκανε ο ίδιος. [114] Ο Ήλιος, στα μάτια του Ιουλιανού, είναι ο κοινός πατέρας όλων των ανθρώπων. [115] όλοι οι άλλοι θεοί είναι «συγγενείς και συμφυείς» προς αυτόν. [116] Γύρω από αυτόν στήθηκε ο ορατός κόσμος, ο οποίος έχει από αιώνων αϊδίως ως έδρα του το «περικόσμιο φως» του. [117] όλοι οι άνθρωποι γίνονται από αυτόν και τρέφονται από αυτόν. [118] Κλείνοντας τον ύμνο του, ο Ιουλιανός ζητεί από τον «βασιλέα των όλων»

Ήλιο να ανταμείψει την προθυμία του να τον υμνήσει, δίδοντας του αγαθό βίο και τελειότερη φρόνηση και θεϊκό νου και ήρεμο τέλος την κατάλληλη στιγμή, και μετά απ’ αυτό χαρίζοντας του την άνοδο σε αυτόν και την αΐδια παραμονή στο πλευρό του. [119] Ειλικρινά, δεν νομίζουμε ότι υπερβάλλει στο ελάχιστο ο Will Durant, όταν γράφει ότι σπανίως άνθρωπος συνέθεσε τόσο περίεργο σύνολο παραλογισμών, όσο ο Ιουλιανός στον ύμνον εις τον Ήλιον. [120]

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο ίδιος ο Ιουλιανός την… αποστολή του για τη διάδοση της λατρείας του Μίθρα φαίνεται ανάγλυφα στον επίλογο τον έργου του Συμπόσιον ή Κρόνια. Στο παράδοξο αυτό έργο παρελαύνουν ενώπιον των θεών ένας προς ένας όλοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες από τον Ιούλιο Καίσαρα μέχρι και τον ίδιο τον Ιουλιανό. Στον επίλογο λοιπόν του εν λόγω έργου, ο Ιουλιανός αναφέρεται στον Κωνσταντίνο και στη μεταστροφή του στον χριστιανισμό: Ο Κωνσταντίνος, γράφει ο Ιουλιανός, μη βρίσκοντας στους θεούς το πρότυπο της ανθρώπινης ζωής, όταν είδε κοντά του την Τρυφή (δηλαδή την προσωποποιημένη πολυτέλεια), έτρεξε προς αυτήν. Αυτή με τη σειρά της, αφού τον περιέβαλλε με τα πέπλα της, τον οδήγησε προς την Ασωτία, η οποία με τη σειρά της του έδειξε τον Ιησού να στρέφεται προς τα πλήθη και να λέει σε όλους: «Όποιος είναι βιαστής, όποιος είναι δολοφόνος, όποιος είναι εναγής και βδελυρός, ας πλησιάσει με θάρρος- γιατί θα τον λούσω με αυτό εδώ το νερό και θα τον κάνω στη στιγμή καθαρό, και αν διαπράξει πάλι τα ίδια εγκλήματα, θα του δώσω το δικαίωμα να ξαναγίνει καθαρός κτυπώντας το στήθος και το κεφάλι»,,[121] Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε περιχαρής τον Ιησού, απομακρύνοντας και τα παιδιά του από την αγορά των θεών. Με αυτή τους την επιλογή, ο Κωνσταντίνος και οι διάδοχοι του έγιναν έρμαια των φονικών δαιμόνων της αθεότητας. Όταν όμως, όπως γράφει ο Ιουλιανός, πέθανε και ο Κωνστάντιος, ο προκάτοχος του Ιουλιανού χριστιανός αυτοκράτορας, ο Ερμής στράφηκε προς τον Ιουλιανό, του δήλωσε ότι τον είχε αξιώσει να γνωρίσει τον πατέρα Μίθρα, του παρήγγειλε να τηρεί τις εντολές του, και του ενεχείρισε την αυτοκρατορική αρχή, υποσχόμενος την εύνοια των θεών στη ζωή του και την ανταμοιβή του μετά θάνατον με την τοποθέτηση του στο πλάι του Θεού. [122]

Αυτά τα λόγια μας δίδουν την αφορμή να δούμε μία ακόμη σκοτεινή πτυχή της αρρωστημένης προσωπικότητας του Ιουλιανού. Ο Ιουλιανός πίστευε με κάθε ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ήταν ο εκλεκτός των θεών, στον οποίο οι θεοί είχαν αναθέσει την αποστολή να αποπλύνει την κηλίδα της αθεότητας του χριστιανισμού και να επαναφέρει τον κόσμο στη λατρεία των θεών. Στον ύμνο του εις την μητέρα των θεών, παρακαλεί τη «μητέρα των θεών και των ανθρώπων» να δώσει σε όλους τους ανθρώπους την ευδαιμονία, το άλφα και το ωμέγα της οποίας είναι η γνώση των θεών, και να βοηθήσει τον ρωμαϊκό λαό «να αποσβέσει την κηλίδα της αθεότητας», δηλαδή τον χριστιανισμό, δίδοντας του παράλληλα ευμενή τύχη για πολλές χιλιάδες έτη· για τον εαυτό του, ζητεί ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του την αλήθεια στις διδασκαλίες του για τους θεούς, την τελειότητα στη θεουργία, την επιτυχή έκβαση όλων των πολιτικών και στρατιωτικών του έργων και ένα «άλυπο και ευδόκιμο» πέρας του βίου. [123] Δίχως άλλο, ο Ιουλιανός ήταν βέβαιος ότι αυτός ο ίδιος ήταν το όργανο των θεών για την επαναφορά της «πάτριας θρησκείας».

Η βαθύτατη πίστη του ότι ο ίδιος ήταν όργανο των θεών καταφαίνεται σε πολλά σημεία. Στο Εγκώμιο που συνέθεσε προς τιμήν της αυτοκράτειρας Ευσεβίας κατά το χρονικό διάστημα που ήταν καίσαρας στη Γαλατία, ο Ιουλιανός αναφέρεται στους θανάσιμους κινδύνους της παιδικής του ηλικίας και στη θαυμαστή σωτηρία του, στην οποία κατά το σχόλιο του κανείς δεν θα μπορούσε να ελπίζει, αν δεν είχε στο πλευρό του μία θαυμαστή θεία βοήθεια. [124] Όταν οι στρατιώτες του τον έχρισαν σχεδόν δια της βίας αυτοκράτορα στο πραξικόπημα της Λουτετίας, και ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος του διεμήνυσε με πρέσβεις να παραιτηθεί όχι μόνον από το στέμμα, αλλά και από τον τίτλο του καίσαρα, ο Ιουλιανός είπε ενώπιον όλων ότι προτιμά να ακολουθήσει τον λόγο των θεών παρά τον λόγο του Κωνσταντίου[125] (αποκαλύπτοντας την πεποίθηση – αυταπάτη του ότι το στέμμα του το είχαν εμπιστευθεί οι θεοί, και όχι οι στασιαστές στρατιώτες του). Σε μία επιστολή του που συνέγραψε αργότερα, λίγο μόλις μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου, προς τον θείο και συνονόματο του Ιουλιανό, ο Ιουλιανός αποδίδει και πάλι στους θεούς την επιβίωση του από την ανασφάλεια και τους κινδύνους της παιδικής του ηλικίας,[126] και προσθέτει ότι και η άνοδος του στον αυτοκρατορικό θρόνο έγινε κατόπιν ρητής εντολής των θεών προς αυτόν, οι οποίοι του υποσχέθηκαν τη σωτηρία, αν πειθόταν στο κάλεσμα τους. [127] Σε άλλη του επιστολή, προς τον πιστό του Ευθήριο, ο Ιουλιανός αποδίδει εκ νέου τη σωτηρία του στους θεούς, και καλεί τον Ευθήριο να προσφέρει για λογαριασμό του ευχαριστήρια θυσία στους θεούς, παρατηρώντας μάλιστα ότι η θυσία αυτή δεν θα είναι θυσία για έναν άνθρωπο, αλλά «υπέρ του κοινού των Ελλήνων»·[128] αυτό το σχόλιο του Ιουλιανού αποκαλύπτει πώς αντιλαμβανόταν ο Παραβάτης αυτοκράτορας την αποστολή που του είχαν εμπιστευθεί οι θεοί: ως μία εκστρατεία για τη σωτηρία του ελληνισμού (βεβαίως, του ψευδωνύμου «ελληνισμού», όπως τον αντιλαμβανόταν ο Ιουλιανός). Σε άλλη του επιστολή, προς τον Οριβάσιο, ο Ιουλιανός δηλώνει ότι νιώθει σύμμαχο του τον θεό, «ο οποίος άλλωστε του το είχε τάξει». [129] Σε άλλη πάλι επιστολή του, και πάλι προς τον θείο του Ιουλιανό, δηλώνει ότι θα κάνει τα πάντα και θα φέρει εις πέρας την αποστολή του «με τη βοήθεια των θεών». [130] Σε ανοικτή του επιστολή προς τον λαό της Αλεξανδρείας, διακηρύσσει ότι «όλοι οι θεοί, και από τους πρώτους ανάμεσα τους ο μέγας Σάραπις, έκριναν δίκαιο να δώσουν σε εμένα την εξουσία επί της οικουμένης». [131]

Το αποκορύφωμα της αρρωστημένης πεποίθησης του Ιουλιανού ότι ήταν ο εκλεκτός των θεών το βρίσκουμε σε ένα μύθο που πλάθει ο ίδιος στο έργο του Προς Ηράκλειον κυνικόν. [132] Αν διαβάσουμε αυτόν τον μύθο, δεν θα δυσκολευθούμε να αντιληφθούμε ότι είναι στην πραγματικότητα μία αλληγορία της ζωής του ίδιου του Ιουλιανού. Πιο συγκεκριμένα, ο μύθος έχει ως εξής: Ζούσε κάποτε ένας πλούσιος άνδρας, ο οποίος είχε στην κατοχή του πολλές αγέλες αιγοπροβάτων, βοών και άλογων, πλήθος δούλων βοσκών και ελεύθερων μισθωτών, και απέραντα κτήματα· μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας το είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του, αλλά είχε αυξήσει και ο ίδιος την περιουσία, επιδιώκοντας να πλουτίζει με κάθε τρόπο, δίκαιο η άδικο, πολλώ δε μάλλον δεδομένου ότι, όπως γράφει ο Ιουλιανός, νοιαζόταν πολύ λίγο για τους θεούς. [133] Ο πλούσιος αυτός άνδρας του μύθου δεν είναι άλλος από τον θείο του Ιουλιανού Κωνσταντίνο τον Μέγα. Όταν πέθανε, ο πλούσιος αυτός άφησε πίσω του κληρονόμους (τους τρεις υιούς του Κωνσταντίνου), στους οποίους όμως είχε παραλείψει να δώσει την κατάλληλη παιδεία, η οποία θα τους επέτρεπε να γίνουν καλοί οικονόμοι της πατρικής περιουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η αμάθεια των κληρονόμων και η ανάμιξη των συγγενών να οδηγήσει σε ένα λουτρό αίματος (ο λόγος για τη γενοκτονία στην οποία ο Ιουλιανός έχασε τον πατέρα του και πολλούς συγγενείς του). [134] Και σαν να μην έφθαναν οι φόνοι, καταστράφηκαν πλέον εντελώς από τα παιδιά τα πατρώα ιερά, για τα οποία είχε αδιαφορήσει ο πατέρας τους. [135] Όταν πια το κακό είχε φθάσει στο απροχώρητο, ο Ζευς σπλαγχνίσθηκε τους ανθρώπους και κάλεσε κοντά του τον Ήλιο, το «αρχαιότερον ουρανού και γης εν θεοίς βλάστημα», και τις Μοίρες, και άρχισαν να αναζητούν τρόπους, για να μην επικρατήσει πλήρως η ανοσιουργία στο ανθρώπινο γένος. [136] Τότε, ο Ζευς έδειξε στον Ήλιο ένα μικρό παιδί (τον ίδιο τον Ιουλιανό), «παραπεταμένο κάπου και παραμελημένο», συγγενές και του πλουσίου και των αφρόνων κληρονόμων, λέγοντας στον Ήλιο ότι «αυτό είναι δικό σου παιδί», και καλώντας τον να το θέσει υπό την προστασία του και να μην αφήσει να σβήσει η φλόγα που έκαιγε μέσα του. [137] Ο Ήλιος χάρηκε και αγάπησε το παιδί, διακρίνοντας μάλιστα ότι διατηρείτο ακόμη σε αυτό ένας μικρός δικός του σπινθήρας, και από αυτό το σημείο και πέρα επιμελείτο της ανατροφής του, σώζοντας το από τους κινδύνους, ενώ παράλληλα ο πατήρ Ζεύς διέταξε και την «αμήτορα και παρθένον» Αθηνά να αναθρέψει και αυτή μαζί με τον Ήλιο το παιδί. [138] Όταν το παιδί μεγάλωσε και έγινε νέος, και κατάλαβε το πλήθος των κακών που είχαν γίνει από τους συγγενείς του, θέλησε να πεθάνει από τη θλίψη του. Όμως ο Ήλιος και η Αθηνά Πρόνοια του έδωσαν ένα γλυκύ ύπνο που του έδιωξε αυτή τη μαύρη σκέψη, και όταν ξύπνησε, πήγε σε έναν ερημικό τόπο και άρχισε να αναρωτιέται πώς θα ξέφευγε από όλα αυτά τα κακά, καθώς πουθενά δεν φαινόταν αχτίδα ελπίδας. [139] Ξαφνικά, παρουσιάσθηκε ο Ερμής με τη μορφή ενός νέου συνομηλίκου του, τον ασπάσθηκε και τον κάλεσε να τον ακολουθήσει, λέγοντας του ότι θα τον οδηγούσε σε μία «λεία και ομαλότερη οδό» που θα τον έβγαζε από το αδιέξοδο. Ο νέος (ο Ιουλιανός) τον ακολούθησε με πολλή ευλάβεια, κρατώντας μία ασπίδα, ένα ξίφος και ένα δόρυ, και βρέθηκε σε ένα ονειρικό μονοπάτι γεμάτο με καρπούς, άνθη και κάθε λογής αγαθά. Από αυτό το μονοπάτι, ο Ερμής τον οδήγησε σε ένα «μέγα και υψηλό όρος»· στην κορυφή αυτού του όρους, όπως του είπε, καθόταν ο πατέρας όλων των θεών, τον οποίο ο νεαρός καλείτο τώρα να προσκυνήσει, ζητώντας από αυτόν ό,τι επιθυμούσε. Μόλις είπε αυτά τα λόγια, ο Ερμής εξαφανίσθηκε, και ο νέος βρέθηκε μόνος, απορώντας τι έπρεπε να ζητήσει από τον θεό. Τέλος, παρακάλεσε τον Δία να του δείξει την οδό που οδηγούσε προς τα άνω, προς αυτόν. [140] Ενώ προσευχόταν έτσι, τον κατέλαβε ξαφνικά ύπνος ή έκσταση, και ο Ζεύς του έδειξε τον Ήλιο. Συνταραγμένος ο νέος από τη θέα, αφιέρωσε τον εαυτό του στον θεό, έτεινε ικετευτικά τα χέρια του στα γόνατα του Ηλίου και τον παρακάλεσε να τον γλιτώσει. Αυτός κάλεσε την Αθηνά να τον ρωτήσει τι όπλα είχε φέρει μαζί του, και ο νέος αισθάνθηκε υποχρεωμένος να απολογηθεί για τα πενιχρά όπλα, τα οποία και αυτά τα είχε αποκτήσει με δυσκολία, καθώς ήταν παραπεταμένος από τους συγγενείς του και κανείς δεν τον συμπονούσε. [141] Είχε έλθει πλέον η στιγμή να του ανατεθεί η υψηλή αποστολή για την οποία τον προόριζαν οι θεοί. Ο Ήλιος στράφηκε προς το μέρος του και του είπε ότι έπρεπε να επιστρέψει εκεί απ’ όπου είχε έλθει. Ο νέος άρχισε να τον παρακαλεί με δάκρυα να τον κρατήσει κοντά του και να μην τον στείλει πίσω. Αλλά ο Ήλιος του είπε ότι οι δισταγμοί του οφείλονταν στο ότι ήταν νέος και αμύητος· θα μυείτο λοιπόν, και η μύηση θα του χάριζε την ασφάλεια, διότι έπρεπε να επιστρέψει και να καθάρει όλα τα ασεβήματα, έχοντας βοηθούς στην αποστολή του τον ίδιο και την Αθηνά και τους άλλους θεούς. [142] Ακούγοντας αυτά, ο νέος έμεινε σιωπηλός, και ο Ήλιος τον οδήγησε σε κάποιο υψηλό σημείο, πάνω από το οποίο τα πάντα ήσαν λουσμένα στο φως, ενώ κάτω από αυτό τα πάντα ήσαν βυθισμένα στο σκοτάδι. Από εκεί του έδειξε τον κόσμο κάτω, τον συγγενή του κληρονόμο, τους ποιμένες και τους βοσκούς. Ο κληρονόμος ήταν αδρανής και ζούσε μέσα στην ηδυπάθεια, ενώ οι ποιμένες λυμαίνονταν την πατρική περιουσία. [143] Ο Ήλιος τότε του είπε ότι ο ίδιος μαζί με την Αθηνά, κατόπιν προσταγής του Δία, θα τον έβαζε στη θέση του άφρονος κληρονόμου, επίτροπο της μεγάλης περιουσίας. Ο νέος προσπάθησε να αποποιηθεί την ευθύνη, αλλά τελικά έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία των θεών άλλωστε, δίπλα του είχε εμφανισθεί ξανά ο Ερμής (ο προστάτης της παιδείας) εμψυχώνοντας τον, και ο νέος ένιωθε ότι είχε βρει τον οδηγό για την επάνοδο του και την εκεί ζωή του. [144] Κατόπιν πήρε τον λόγο η Αθηνά, τον προσφώνησε ως τέκνο του Ηλίου και δικό της βλάστημα, και του έδωσε μία σειρά από συμβουλές· μετά ήλθε η σειρά τον Ηλίου να δώσει και αυτός τις δικές του συμβουλές προς τον νέο, ο οποίος ήταν πλέον πρόθυμος να ακολουθήσει το θέλημα των θεών. [145] Ο Ήλιος έκλεισε με τα εξής λόγια:

«Πήγαινε λοιπόν, πορεύσου με την αγαθή ελπίδα γιατί εμείς θα είμαστε παντού μαζί σου, και εγώ και η Αθηνά και αυτός εδώ ο Ερμής και μαζί με εμάς όλοι οι θεοί που βρίσκονται στον Όλυμπο και στον αέρα και στη γη, και όλο το απανταχού ευρισκόμενο γένος των θεών». [146]

Κατόπιν, οι θεοί έδωσαν στον νέο τα δώρα τους, εφόδια για την αποστολή που αναλάμβανε· ο Ήλιος έδωσε μία πανοπλία και μία δάδα από το φως του, η Αθηνά μία περικεφαλαία και το Γοργόνειο, και ο Ερμής μία χρυσή ράβδο. Τέλος, οι θεοί του έδωσαν μερικές τελευταίες συμβουλές, και τον έστειλαν στη γη με τα εξής λόγια:

«Να γνωρίζεις ότι περιεβλήθης σώμα γι’ αυτήν εδώ την αποστολή γιατί θέλουμε να αποκαθάρουμε την πατρική σου οικία, σεβόμενοι τους προγόνους σου. Να θυμάσαι λοιπόν ότι έχεις την ψυχή αθάνατη και γέννημα δικό μας, και ότι ακολουθώντας μας θα γίνεις Θεός και θα δεις μαζί με μας τον πατέρα μας». [147]

Το εκπληκτικό είναι ότι όλα αυτά ο Ιουλιανός τα πιστεύει και τα λέει για τον εαυτό του! Ειλικρινά, όταν διαβάζουμε τέτοια κείμενα, δεν πρέπει να διστάζουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους: Αν μας έλεγαν σήμερα ότι κάποιος άνθρωπος λέει τέτοια πράγματα για τον εαυτό του, αυτό ίσως δεν θα μας εξέπλησσε· θα μας εξέπλησσε όμως στα σίγουρα, αν μας έλεγαν ότι αυτός ο άνθρωπος υμνείται ως φιλόσοφος και ως εραστής της παιδείας…

Η ψύχωση του Ιουλιανού ότι ήταν ο εκλεκτός των θεών και είχε να φέρει εις πέρας μία υψηλή αποστολή, την οποία του είχαν εμπιστευθεί οι θεοί, δεν περνάει βεβαίως απαρατήρητη από τους μελετητές του έργου του. Όπως γράφει ο John Julius Norwich, ο Ιουλιανός πίστευε ειλικρινά ότι καθοδηγείτο από τους θεούς· οι θεοί ήσαν πάντοτε κοντά του, τον ενέπνεαν, κατηύθυναν το χέρι του και ήσαν έτοιμοι να τον ενθαρρύνουν, να τον προειδοποιήσουν και να του υποδείξουν τον ορθό δρόμο και την αλήθεια· ποτέ, μα ποτέ, δε σκέφτηκε ότι μπορούσε ο ίδιος να κάνει κάποιο σφάλμα ή ότι ήταν δυνατόν να μην επικρατήσει η παλαιά θρησκεία. [148] Ο Ιουλιανός, σχολιάζει ο Glen Bowersock, πίστευε στο πεπρωμένο του. [149] Χαρακτηριστικό των μεγάλων προσδοκιών του Ιουλιανού, τις οποίες είχε κατορθώσει να μεταδώσει και στους οπαδούς του, είναι αυτό που γράφει ο Λιβάνιος αναφερόμενος στον θανάσιμο τραυματισμό του αυτοκράτορα στην εκστρατεία κατά των Περσών, ότι ο μεν Ιουλιανός επλήγη, επειδή έσπευσε απροστάτευτος στη μάχη, αλλά… είναι απορίας άξιον πως δεν τον άρπαξαν να τον γλιτώσουν η Αφροδίτη ή η Αθηνά. [150]

Όπως σχολιάζει η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden, ο Ιουλιανός είχε περάσει τα όρια της θεοκρατίας, και θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο απέναντι στον θεό του για την πνευματική σωτηρία ακόμη και αυτών που βρίσκονταν έξω από τη νεαρή παγανιστική Εκκλησία, είτε αυτοί ήσαν χριστιανοί εντός της αυτοκρατορίας είτε παγανιστές εκτός αυτής. [151] Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν άστοχο να δούμε ακόμη και τη μοιραία γι’ αυτόν περσική εκστρατεία ως άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκευτική πολιτική και την προσπάθεια που είχε κάνει αγώνα της ζωής του για αποκατάσταση της «πάτριας θρησκείας». Η νικηφόρα εκστρατεία και η ταπείνωση των Περσών θα σήμαινε τη διάδοση της λατρείας των θεών έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας, και παράλληλα θα αποτελούσε την οριστική καταξίωση της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουλιανού εντός της αυτοκρατορίας· διότι κανείς δεν θα διενοείτο πλέον να αμφισβητήσει τους θεούς του Ιουλιανού, οι οποίοι θα είχαν οδηγήσει τα στρατεύματα της αυτοκρατορίας στον θρίαμβο επί των προαιώνιων εχθρών της. Η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden παρατηρεί συναφώς ότι ο Ιουλιανός βάδισε στην εκστρατεία κατά των Περσών, απόλυτα πεπεισμένος ότι οι θεοί του θα τον βοηθούσαν να επαναλάβει τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου, και ότι τότε ο λοιδορημένος «ελληνισμός» του θα εμφανιζόταν σίγουρα στα μάτια όλων ως η μόνη αληθινή θρησκεία, ως η μόνη λατρεία υπό την οποία η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μπορούσε να ευτυχήσει, και θα αποδείκνυε με αυτόν τον τρόπο ότι άξιζε να ζήσει για πάντα. [152]

Τα παραπάνω μας οδηγούν και στο τελευταίο κατρακύλισμα του άρρωστου ψυχισμού του Παραβάτη αυτοκράτορα. Ο Ιουλιανός ήταν πλέον πεπεισμένος ότι οι θεοί του, οι οποίοι του είχαν εμπιστευθεί μία τόσο υψηλή αποστολή, τον οδηγούσαν στα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σιγά-σιγά, ο μεγάλος στρατηλάτης έγινε το πρότυπο, με το οποίο ο Ιουλιανός ταυτιζόταν όλο και περισσότερο. Πολλοί νεότεροι και σύγχρονοι μελετητές βλέπουν σε αυτή την ταύτιση τις τελευταίες, εντελώς μετέωρες πλέον περιπλανήσεις μιας διαταραγμένης προσωπικότητας. Η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden σημειώνει ότι το 356 ο Ιουλιανός είχε επικρίνει δριμύτατα τον Αλέξανδρο για τη μεγάλη έπαρση και υπεροψία η οποία τον είχε κάνει να διακηρύξει ότι δεν ήταν Υιός του Φιλίππου αλλά του Άμμωνος, προσθέτει όμως ότι, πριν καλά καλά περάσουν έξι χρόνια, ο νεαρός αυτοκράτορας διεκήρυξε επίσημα ότι ήταν ο ίδιος Υιός του Ηλίου, και επιπλέον άρχισαν να εμφανίζονται και πολλά άλλα σημάδια ότι ο Ιουλιανός είχε πλέον αρχίσει να μιμείται συνειδητά τον Αλέξανδρο. [153] Το επικριτικό σχόλιο του 356, στο οποίο μας παραπέμπει η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden, προέρχεται από το έργο του νεαρού τότε Ιουλιανού Εγκώμιον εις τον αυτοκράτορα Κωνστάντιον[154] και δεν είναι μόνον αυτό ακόμη και πέντε χρόνια αργότερα, το 361, ο Ιουλιανός έβρισκε τον Αλέξανδρο υποδεέστερο του Σωκράτους, σχολιάζοντας ότι πολλοί μεν έγιναν πλουσιότεροι χάρη στις επιτυχίες τον Αλεξάνδρου, αλλά κανένας σοφότερος και σωφρονέστερος, και προσθέτοντας ότι ούτε καν ο ίδιος ο Αλέξανδρος δεν έγινε σοφότερος, τουναντίον μάλιστα, έγινε πιο αλαζόνας και υπερόπτης. [155] Αυτά όμως τα σχόλια ανήκαν ήδη σε άλλη εποχή, στην οποία η κρίση του Ιουλιανού ήταν πιο ισορροπημένη.

Ο Αμμιανός, ο οποίος ακολούθησε τον αυτοκράτορα στην πορεία του στα ενδότερα της Περσικής αυτοκρατορίας, γράφει ότι ο Ιουλιανός, με τα μυαλά του να έχουν «πάρει αέρα» από τις αρχικές επιτυχίες της εκστρατείας, είχε αρχίσει να νιώθει ότι ήταν κάτι παραπάνω από θνητός. [156] Ο Λιβάνιος, εξάλλου, γράφει ότι ο Αλέξανδρος ήταν αγαπητός σε αυτόν και «δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, όπως κάποιος στρατηγός Αθηναίος κάποιον Αθηναίο στρατηγό» [157] (ο Λιβάνιος αναφέρεται στον Θεμιστοκλή, ο οποίος, ως γνωστόν, δήλωνε ότι «δεν τον άφηνε να κοιμηθεί το τρόπαιο τον Μιλτιάδη»[158]). Ο Ιουλιανός όμως δεν έμεινε στην ευγενή φιλοδοξία και την άμιλλα με τα θρυλικά κατορθώματα του μεγάλου στρατηλάτη. Πολύ γρήγορα, άρχισε να φιλοδοξεί όχι μόνο να φθάσει, αλλά και να ξεπεράσει τη δόξα του Αλεξάνδρου. Και στη μοιραία γι’ αυτόν εκστρατεία ενάντια στους Πέρσες, ο Ιουλιανός ενήργησε επανειλημμένα με τέτοια αφροσύνη και έπαρση, ώστε δικαίως ή αδίκως να κυκλοφορεί η φήμη ότι έδιδε βάση στις θεωρίες περί μετεμψυχώσεως και θεωρούσε εαυτόν… μετενσάρκωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου!!![159] Οπωσδήποτε, ο αυτοκράτορας ταυτιζόταν ημέρα με την ημέρα όλο και περισσότερο με τον Μέγα Αλέξανδρο. Αν υπάρχει μάλιστα βάση στη φήμη ότι θεωρούσε τον εαυτό του μετενσάρκωση του Αλεξάνδρου, τότε είναι φανερό ότι ο νεαρός αυτοκράτορας εκινείτο ήδη στα σκοτεινά και αδιέξοδα μονοπάτια της παράνοιας και της ψύχωσης. Το διαταραγμένο μυαλό του Παραβάτη αυτοκράτορα δεν μπορούσε πλέον, καθώς φαίνεται, να διακρίνει ότι υπάρχουν μεν πολλοί Μεγάλοι Αλέξανδροι, αλλά μόνον ενός από αυτούς η θέση είναι στην ιστορία· των υπολοίπων η θέση είναι στο ψυχιατρείο.

5. Συμπερασματικές παρατηρήσεις. Ιουλιανός και ελληνικός πολιτισμός

Αφού σκιαγραφήσαμε παραπάνω το πορτρέτο του Ιουλιανού και προσπαθήσαμε κατά το δυνατόν να εισδύσουμε στα άδυτα του πνευματικού του κόσμου, δεν δυσκολευόμαστε πλέον να διαπιστώσουμε πόσο ανιστόρητα και αστεία είναι αυτά που έχουν υποστηριχθεί κατά καιρούς από τους υμνητές του Ιουλιανού. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του F. Α. Ridley, στα μάτια του οποίου ο Ιουλιανός ήταν ο μεγάλος κήρυκας του ελληνισμού, και γενικότερα του παγανισμού (sic!), ο υπερασπιστής του ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στην εισβολή της ανατολής που αντιπροσώπευε η εμφάνιση του χριστιανισμού. [160] Ο Ridley γράφει ότι ο παγανισμός του Ιουλιανού ήταν ένας παγανισμός ελληνικός, και τόσο ο ίδιος ο Ιουλιανός όσο και ο βασιλιάς Απόλλων ήσαν «καλοί ευρωπαίοι». [161] Στόχος του Ιουλιανού, ο οποίος ήταν ορθολογιστής στους σκοπούς του και ζηλωτής στις μεθόδους του,[162] ήταν κατά τον Ridley να εξαλείψει τον χριστιανισμό, «τοv μεγάλο ασιατικό εισβολέα»[163] Ο Ιουλιανός ήταν ένας «πολιτισμικός ήρωας», μία μεγάλη μορφή στα χρονικά του ανθρώπινου, και ειδικότερα του ευρωπαϊκού πολιτισμού,[164] και το τέλος του Ιουλιανού ήταν κατά τον Ridley το τέλος της κλασικής εποχής: ο αρχαίος πολιτισμός ακολούθησε τον τελευταίο μεγάλο ήρωα του στη λήθη, οι χριστιανικοί σκοτεινοί αιώνες ήσαν έτοιμοι να αρχίσουν, ο ευρωπαϊκός λόγος τον οποίο είχαν πρώτοι κηρύξει οι παγανιστές Έλληνες επρόκειτο να χαθεί τώρα στις πανάρχαιες αγκάλες του υπερφυσικού, και ο Γαλιλαίος είχε πράγματι νικήσει. [165] Αυτό είναι το πορτρέτο του Ιουλιανού, όπως το θέλουν οι πολέμιοι του Ελληνο-χριστιανικού πολιτισμού.

Η πραγματικότητα βεβαίως, όπως είδαμε, είναι εντελώς διαφορετική. Πράγματι, δεν μπορούμε παρά να διερωτηθούμε το εξής: Τι το ελληνικό υπάρχει σε όλη αυτή την ανοησία στην υπηρεσία της οποίας έθεσε τη ζωή του και τις δυνάμεις του ο Παραβάτης αυτοκράτορας; Ποια σχέση έχει ο ελληνισμός τον οποίο τιμά σήμερα όλος ο πολιτισμένος κόσμος με την ψευδοφιλοσοφία των τσαρλατάνων, τις εκατόμβες των θυμάτων στους βωμούς των θεών, τις μυστικές τελετές, τους Χαλδαϊκούς χρησμούς, τις επικλήσεις των δαιμόνων, τις ανόητες δεισιδαιμονίες, και εν ολίγοις όλα όσα αντιλαμβανόταν ως «ελληνισμό» ο Ιουλιανός; Κατά την εκτίμηση μας, ο Ιουλιανός δεν πρέπει να λογίζεται μόνον ως εχθρός του χριστιανισμού, αλλά εξίσου και ως εχθρός του ελληνισμού, γιατί πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο βαθιά ανθελληνικό από την αρρωστημένη δεισιδαιμονία του Παραβάτη αυτοκράτορα.

Ενώ λοιπόν οι κατά καιρούς υμνητές του Ιουλιανού αρέσκονται να βλέπουν τον Ιουλιανό σαν ένα γνήσιο εραστή του Ελληνικού πνεύματος, στην πραγματικότητα υπάρχει αληθινή άβυσσος ανάμεσα στις αρχές και αξίες του Ελληνικού πολιτισμού και τις φαντασιώσεις του Παραβάτη αυτοκράτορα. Ο Joseph Bidez, αναφερόμενος στον Ιουλιανό, κάνει λόγο για «ένα φανατισμό ξένο προς το ελληνικό πνεύμα που νόμιζε ότι τον διαπερνούσε». [166] Αλλά ήδη ο Γρηγόριος ο Θεολόγος είχε καταγγείλει τον ανατολίτικο και εξωελληνικό μυστικισμό του Ιουλιανού, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Η Ασία ήταν το διδασκαλείο της ασεβείας του», με την αστρολογία της, τα ωροσκόπια της, την ψευδαίσθηση της προγνώσεως του μέλλοντος και τη γοητική (μαγεία) που τα συνοδεύει όλα αυτά. [167] Θίγοντας μάλιστα, όπως ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά, «τον ίδιο τον πυρήνα της εμπληξίας ή θεοβλαβείας» του Ιουλιανού, ο Γρηγόριος καταγγέλλει ότι ο Ιουλιανός παρέλαβε τη θρησκεία των μυστηρίων από τους Θράκες, τις θυσίες από τους Χαλδαίους, την αστρολογία από τους Βαβυλώνιους, τη γεωμετρία από τους Αιγυπτίους, τη μαγεία από τους Πέρσες, την ονειρομαντία από τους Τελμησείς και την οιωνοσκοπία από τους Φρύγες, συναπαρτίζοντας απ’ όλα αυτά «εν δεισιδαιμονίας μυστήριον»[168] Τα λόγια αυτά έχουν μεγάλη σημασία, διότι αποδεικνύουν ότι ήδη ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιλαμβανόταν ότι η πραγματική πηγή της αντιχριστιανικής αυτής πωρώσεως του Ιουλιανού δεν ήταν ούτε η Ελλάδα ούτε ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά ο εξωελληνικός μυστικισμός της Ανατολής, με τον οποίο είχε επιλέξει να ταυτισθεί ο Παραβάτης αυτοκράτορας· και ταυτιζόμενος βεβαίως με αυτόν, δεν έγινε εχθρός μόνο του χριστιανισμού, αλλά ομοίως και του Ελληνικού πνεύματος και του Ελληνικού πολιτισμού.

Σημειώσεις

[30] Πλάτωνος, Πολιτεία, ed. J. Burnet, 473c11-e2: «Εάν μη, ήν δ’ εγώ, ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή οι βασιλής τε νυν λεγόμενοι και δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε και ικανώς, και τούτο εις ταυτόν συμπέση, δύναμις τε πολιτική και φιλοσοφία, των δε νυν πορευομένων χωρίς εφ’ εκάτερον αι πολλαί φύσεις εξ ανάγκης αποκλεισθώσιν, ουκ έστι κακών παύλα, ω φίλε Γλαυκών, ταις πόλεσι, δοκώ δ’ ουδέ τω ανθρωπίνω γένει, ουδέ αύτη η πολιτεία μη ποτε πρότερον φυή τε εις το δυνατόν και φως ηλίου ίδη, ην νυν λόγω διεληλύθαμεν».

[31] Ιουλιανού, Αντιοχικός ή Μισοπώγων, ed. C. Lacombrade, 16. 8-10: «και ταύτα των ηλικιωτών των εμών, ως εμαυτόν πείθω, βιβλία ανελίξας ουδενός αριθμόν ελάττω».

[32] Ιουλιανού, ό.π., 24. 10.

[33] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 1.36-38: «Ακμάζοντος δε αυτού περί τους λόγους, φήμη τις εις τον δήμον διέτρεχεν, ως είη ικανός τα Ρωμαίων πράγματα διοικείν».

[34] Ο υμνητής του Ιουλιανού Λιβάνιος φθάνει μέχρι του σημείου να λέει ότι ο Ιουλιανός παρακινήθηκε να στραφεί προς την τιμή των θεών από την ίδια την παιδεία· βλέπε Λιβανίου, Προσφωνητικός Ιουλιανώ (Λόγος ΙΓ’), ed. R. Foerster, 1. 1-5: «Επανήκει μετά των ιερών, ώ βασιλεύ, και το τιμάσθαι την των λόγων τέχνην, ου μόνον ότι μέρος των ιερών ουκ ελάχιστον ίσως οι λόγοι, αλλ’ ότι και προς την τιμήν των θεών υπ’ αυτών εκινήθης των λόγων».

[35] Για τη δολοφονία του Γεωργίου βλ. παρακάτω, σελ. 170 κ.ε.

[36] Ιουλιανού, Επιστολή ΠϚ’. Προς Πορφύριον καθολικόν και Επιστολή ΡΖ΄. Εκδικίω επάρχω Αιγύπτου, ed. J. Bidez.

[37] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΖ’. Εκδικίω επάρχω Αιγύπτου, ed. J. Bidez, 8-12: «Πολλά μεν γαρ ην φιλόσοφα παρ’ αυτώ, πολλά δε ην και της των δυσσεβών Γαλιλαίων διδασκαλίας· ά βουλοίμην μεν ηφανίσθαι πάντη, του δε μη συν τούτοις υφαιρεθήναι τα χρησιμώτερα, ζητείσθω κακείνα μετ’ ακριβείας άπαντα».

[38] Ιουλιανού, Επιστολή ΠϚ΄. Θεοδώρω αρχιερεί, ed. J. Bidez, 324-331: «Αγνεύειν δέ χρή τους ιερέας ουκ έργων μόνον ακαθάρτων ουδέ ασελγών πράξεων, αλλά και ρημάτων και ακροαμάτων τοιούτων. Εξελετέα τοίνυν εστίν ημίν πάντα τα επαχθή σκώμματα, πάσα δε ασελγής ομιλία. Και όπως ειδέναι έχης ό βούλομαι φράζειν, ιερωμένος τις μήτε Αρχίλοχον αναγινωσκέτω μήτε Ιππώνακτα μήτε άλλον τινά των τα τοιαύτα γραφόντων. Αποκλινέτω και της παλαιάς κωμωδίας όσα της τοιαύτης ιδέας· άμεινον μεν γαρ και πάντα».

[39] Ιουλιανού, ό.π., 354-357: «Μήτε Επικούρειος εισίτω λόγος μήτε Πυρρώνειος· ήδη μεν γαρ καλώς ποιούντες οι θεοί και ανηρήκασιν, ώστε επιλείπειν και τα πλείστα των βιβλίων».

[40] Pierre Huart, “Julien et l’hellénisme. Idées morales et politiques”, εν René Braun και Jean Richer (eds), L’empereur Julien. De l’histoire à la légende, 331-1715, Les Belles Lettres, Paris 1978, σελ. 101.

[41] Ιουλιανού, Επιστολή H’. Ευμενίω και Φαριανώ, ed. J. Bidez, 1-3: «Ει τις υμάς πέπεικεν ότι του φιλοσοφείν επί σχολής απραγμόνως εστίν ήδιον ή λυσιτελέστερόν τι τοις ανθρώποις, ηπατημένος αυτός εξαπατά».

[42] Jean Bouffartigue, L’empereur Julien et la culture de son temps, Institut d’Études Augustiniennes, Paris 1992, σελ. 629.

[43] Ευναπίου, Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, ed. J. Giangrande, Ζ’ 1, 9. 4-11.1.

[44] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 1, 12.1-14.5.

[45] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 2, 1.1-3.

[46] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 2, 3.1-4.1: «Προσετίθει δε μετά την εξήγησιν ο Ευσέβιος, ως ταύτα είη τα όντως όντα, αι δε την αίσθησιν απατώσαι μαγγανείαι και γοητεύουσαι, θαυματοποιών έργα, και προς υλικάς τινας δυνάμεις παραπαιόντων και μεμηνότων».

[47] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 2,4.1-5.2 (Ζ’ 2,5.1-2: «Και μαθών τούτο ήκουσε και εποίησε, θεόν τινα νομίσας τον Χρυσάνθιον επί τω λόγω»).

[48] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 2,5. 2-12. 1: «Γενομένης δε της συνουσίας, ο μεν τα αυτά προσεπέραινεν, ο δε Ιουλιανός θαρσαλέως ήρετο, τι τούτο αυτώ βούλεται συνεχώς επιλεγόμενον. Ενταύθα ο Ευσέβιος την εαυτού πετάσας ευγλωττίαν, και το εύστομον επί το φράζειν ακώλυτον αφείς φέρεσθαι, “Μάξιμος” είπεν “τις εστί των πρεσβυτέρων ακροατών και πολλά εκπεπαιδευμένων· ούτος δια μέγεθος φύσεως και λόγων υπεροχήν καταφρονήσας των εν τούτοις αποδείξεων, επί μανίας τινάς ορμήσας και δραμών, συνεκάλεσεν ημάς πρώην τους παρόντας εις το Εκατήσιον, και πολλούς εδείκνυ τους καθ’ εαυτού μάρτυρας. Ως δε απηντήσαμεν, και την θεόν προσεκυνήσαμεν, ‘καθήσθε μεν’ είπε προς ημάς, ‘ω φίλτατοι εταίροι, και το μέλλον οράτε, και ει τι διαφέρω των πολλών εγώ’. Τούτο δε ειπών, και καθεσθέντων ημών απάντων, χόνδρον καθαγίσας λιβανωτού, και προς εαυτόν όντινα δήποτε ύμνον περαίνων, εις τοσόνδε παρήλθεν επιδείξεως, ώστε το μεν πρώτον εμειδία το άγαλμα, είτα και γέλως ην το φαινόμενον. Θορυβουμένων δε ημών υπό της όψεως, αλλά ταραχθήτω γε υμών υπό τούτων μηδέ εις, αυτίκα γαρ και αι λαμπάδες ανάψουσιν, ας εν ταις χεροίν η θεός φέρει· και τους λόγους έφθανεν το φως ταις λαμπάσι περιφλεγόμενον. Ημείς μεν ουν τον θεατρικόν εκείνον θαυματοποιόν προς το παρόν καταπλαγέντες, ανεχωρήσαμεν· συ δε τούτων μηδέν θαυμάσης, ώσπερ ουδέ εγώ, την δια του λόγου κάθαρσιν μέγα τι χρήμα υπολαμβάνων».

[49] Ευναπίου, ό.π., Ζ’ 2, 12. 1-5: «Ο δε θειότατος Ιουλιανός τούτο ακούσας, “αλλ’ έρρωσο” είπε “και πρόσεχε τοις βιβλίοις, εμοί δε εμήνυσας ον εζήτουν”. Και ταύτα ειπών, και Χρυσανθίου καταφιλήσας την κεφαλήν, επί την Έφεσον εξώρμησε. Συντυχών δε εκεί Μαξίμω, εξεκρέματο του ανδρός».

[50] Ιουλιανού, Προς Ηράκλειον κυνικόν περί του πως κυνιστέον και ει πρέπει τω κυνί μύθους πλάττειν, ed. G. Rochefort, 23. 28-29: «φιλοσοφωτάτω δε τω τα πρόθυρα της φιλοσοφίας δείξαντι».

[51] Jean Bouffartigue, L’empereur Julien et la culture de son temps, σελ. 633.

[52] Ιουλιανού, Προς Ηράκλειον κυνικόν περί του πως κυνιστέον και ει πρέπει τω κυνί μύθους πλάττειν, ed. G. Rochefort, 17. 11-12.

[53] Ιουλιανού, Εις την μητέρα των θεών, ed. G. Rochefort, 3. 37-40: «Εμοί παντί που δήλον, όπου γε και τας αριστοτελικάς υποθέσεις ενδεεστέρως έχειν υπολαμβάνω, ει μη τις αυτάς ες ταυτό τοις Πλάτωνος άγοι, μάλλον δε και ταύτα ταις εκ θεών δεδομέναις προφητείαις».

[54] Ιουλιανού, Προς Ηράκλειον κυνικόν περί του πως κυνιστέον και εί πρέπει τω κυνί μύθους πλάττειν, ed. G. Rochefort, 24. 9-17: «Ή τον μεν Σάμιον ουδείς αντερεί τοιούτον γενέσθαι; Και γαρ ου το όνομα θεών εν τη σφραγίδι φορείν επέτρεπεν, ουδέ τω όρκω χρήσθαι προπετώς τοις των θεών ονόμασιν. Ει δε νυν λέγοιμι ότι και εις Αίγυπτον επορεύθη και Πέρσας είδε και πανταχού πάντα επειράθη τα μυστήρια των θεών εποπτεύσαι και τελεσθήναι παντοίας πανταχού τελετάς, ερώ μεν ίσως άγνωστά σοι, γνώριμα μέντοι και σαφή τοις πολλοίς».

[55] Jean Bouffartigue, L’empereur Julien et la culture de son temps, σελ. 77.

[56] Ιουλιανού, Επιστολή ΙB ‘. Πρίσκω, ed. J. Bidez, 9-10.

[57] Ιουλιανού, Εις τον βασιλέα Ήλιον προς Σαλούστιον, ed. C. Lacombrade, 26.7-11: «Οίδα μεν ουν και Πλάτωνα τον μέγαν και μετά τούτον άνδρα τοις χρόνοις ούτι μην τη φύσει καταδεέστερον (τον Χαλκιδέα φημί, ος ημάς τα τε άλλα περί την φιλοσοφίαν και δη και ταύτα δια των λόγων εμύησεν)» (ο «Χαλκιδεύς» του κειμένου είναι Ιάμβλιχος, γεννηθείς στην πόλη Χαλκίδα της Συρίας).

[58] Ιουλιανού, ό.π., 44. 5-9: «Τελειοτέροις δε ει βούλει περί των αυτών και μυστικωτέροις λόγοις επιστήσαι, <εντυχών τοις> παρά του θείου γενομένοις Ιαμβλίχου περί των αυτών τούτων συγγράμμασι το τέλος εκείσε της ανθρώπινης ευρήσεις σοφίας».

[59] Ιουλιανού, ό.π., 44. 11-13: «Έως δε μοι τούτο δίδωσιν ο θεός, κοινή θεραπεύωμεν τον τω θεώ φίλον Ιάμβλιχον».

[60] Ιουλιανού, ό.π., 44.14-17: «Εκείνον δε εύ οίδα ως ουδείς ερεί <τι> τελειότερον, ουδέ ει πολλά πάνυ προσταλαιπωρήσας τω λόγω καινοτομήσειεν· εκβήσεται γαρ, ως εικός, της αληθέστατης του θεού νοήσεως»

[61] Ιουλιανού, Εις την μητέρα των θεών, ed. G. Rochefort, 12.28-33: «Ει δε και της αρρήτου μυσταγωγίας αψαίμην, ην ο Χαλδαίος περί τον επτάκτινα θεόν εβάκχευσεν ανάγων δι’ αυτού τας ψυχάς, άγνωστα ερώ, και μάλα γε άγνωστα τω συρφετώ, θεουργοίς δε τοις μακαρίοις γνώριμα· διόπερ αυτά σιωπήσω τανύν».

[62] Ιουλιανού, Επιστολή ΙB΄. Πρίσκω, ed. J. Bidez, 12-15: «Και αυτός δε περί μεν Ιάμβλιχον εν φιλοσοφία, περί δε τον ομώνυμον εν θεοσοφία μέμηνα, και νομίζω τους άλλους, κατά τον Απολλόδωρον, μηθέν είναι προς τούτους».

[63] Klaus Wessel, Die Kultur von Byzanz, Akademische Verlagsgesellschaft Athenaion, Frankfurt am Mein 1970, σελ. 60.

[64] Robert Browning, The emperor Julian, Weidenfeld and Nicolson, London 1976, σελ. 175.

[65] Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, σελ. 42.

[66] Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, Clarendon Press, Oxford 1981, σελ. 38.

[67] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εις Ήρωνα φιλόσοφον (Λόγος ΚΕ΄), ed. J.-Ρ. Migne, PG 35,1197. 38-44: «Ώστε μοι και προς λόγον ο έπαινος, ίν’ ει μη τι άλλο, τούτο γε φιλοσοφήσω, το θαυμάζειν φιλόσοφον. Η γαρ φιλοσοφητέον, ως ο εμός λόγος, ή τιμητέον φιλοσοφίαν, είπερ μη μέλλοιμεν παντελώς έξω του καλού πίπτειν, μηδέ αλογίαν κατακριθήσεσθαι, λογικοί γεγονότες, και δια λόγου προς Λόγον σπεύδοντες».

[68] Ιωάννου Αντιοχέως, Ιστορία χρονική, ed. K. Muller, απ. 179. 3-5: «Ετίμα δε και τους περί παιδείαν ασχολουμένους, μάλιστα τους φιλοσοφίαν επαγγελλομένους».

[69] Ιουλιανού, Επιστολή ΙΓ΄. Πρίσκω, ed. J. Bidez, 6-11: «Αλλά τούτο μεν όπως αν ή τω θεώ φίλον γενήσεται, εγώ δε όμνυμί σοι τον πάντων αγαθόν αίτιον εμοί και Σωτήρα ότι δια τούτο ζην εύχομαι, ίν’ υμίν τι χρήσιμος γένωμαι· το δε υμίν όταν είπω, τους αληθινούς φημι φιλοσόφους, ων είναι σε πεισθείς οίσθα πως εφίλησα και φιλώ και οράν εύχομαι».

[70] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 450.

[71] Ευναπίου, Βίοι σοφιστών, ed. J. Giangrande, Ζ΄ 4,2. 1-3. 1: «Ενταύθα ο μεν Μάξιμος βαρύς ήν ήδη περί τα βασίλεια, στολήν τε αβροτέραν ή κατά φιλόσοφον περιχεόμενος, και προς τας εντεύξεις ων χαλεπώτερος και δυσχερέστερος· ο δε βασιλεύς ηγνόει τα πραττόμενα».

[72] Ευναπίου, Βίοι σοφιστών, ed. J. Giangrande, Ζ΄ 4, 9. 4-10. 1: «Αυτός δε επί τον Περσικόν συνήγετο πόλεμον. Μαξίμου δε και Πρίσκου συνεπομένων, και άλλοι δε τίνες συμπαρωμάρτουν εις πλήθος συντελούντες, εαυτούς εγκωμιαζόντων ανθρώπων όχλος, και σφόδρα γε διογκουμένων, ότι ο βασιλεύς έφησεν αυτοίς συντετυχηκέναι».

[73] Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXV, 4, 18: “Vulgi plausibus laetus, laudum etiam ex minimis rebus intemperans appetitor, popularitatis cupiditate, cum indignis loqui saepe affectans.

[74] Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 164.

[75] Κωνσταντίου, Δημηγορία προς την σύγκλητον υπέρ Θεμιστίου, ed. G. Downey και Α. F. Norman, Themistii orationes quae supersunt, vol. Ill, Teubner, Leipzig 1974.

[76] Κωνσταντίου αυτοκράτορος, Δημηγορία προς την σύγκλητον υπέρ Θεμίστιου, ed. G. Downey και Α. F. Norman, 20a2-b2: «Ουτοσί δε ο ανήρ, ον ο παρών λόγος κηρύττει, ού μέτεισι φιλοσοφίαν ακοινώνητον, άλλ’ ό μετά πόνου συνήγαγεν αγαθόν, τούτου συν πλείονι πόνω τοις βουλομένοις μεταδίδωσι, προφήτης μεν των παλαιών και σοφών ανδρών καθεστηκώς, ιεροφάντης δε των άδυτων τε και ανακτόρων φιλοσοφίας· μαραίνεσθαι δε ουκ εά τας αρχαίας δόξας, αλλά ακμάζειν αεί και γίνεσθαι νέας· αίτιος δε το καθ’ εαυτόν γίνεσθαι πάσιν ανθρώποις του κατά λόγον ζην και παιδείας επιμελείσθαι».

[77] Θεμίστιου, Προς τους αιτιασαμένους επί τω δέξασθαι την αρχήν, ed. Η. Schenkl, G. Downey και Α. F. Norman, 12. 3-6: «Ουδέ γαρ εξ αρχής νέος ων την εν ταις γωνίαις φιλοσοφίαν ειλόμην, αλλ’ εκ παίδων εις εφήβους και εξ εφήβων εις άνδρας και εξ ανδρών εις τουτί το γήρας τη της πόλεως ευνοία συνδιελήλακα».

[78] Λιβανίου, Επιστολή Μ΄. Θεμιστίω, ed. R. Foerster, 1. 1-3: «Ου σοι συγχαίρων μάλλον τον την πόλιν άγειν ή τη πόλει τον παραδούναι σοι τας ηνίας. Σοι μεν γαρ ουδέν δει δυνάμεως, τη δε ηγεμόνος αγαθόν».

[79] Λιβανίου, Επιστολή 793. Θεμιστίω, ed. R. Foerster, 3. 1-6: «Εγώ δε σε και νυν και πάλαι φιλοσοφείν ηγούμαι και νυν μεν ίσως πλείω συγγράφειν, τα δε τω βίω προσήκοντα και πρόσθεν τετηρηκέναι και γενέσθαι μείζω βάσανον της παρούσης εκείνην. Ου γαρ ίσον έξω πραγμάτων όντα τοις νόμοις Πλάτωνος εμμένειν και πολλών ενοχλούντων μηδαμού βιασθήναι».

[80] Ιουλιανού, Θεμιστίω φιλοσοφώ, ed. G. Rochefort, 9. 5-6: «αλλά και ότι μεταβήναι με έφης εκ της υποστέγου φιλοσοφίας προς την υπαίθριον».

[81] Ιουλιανού, ό.π., I. 14-22.

[82] Ιουλιανού, ό.π., I. 22-25.

[83] Ιουλιανού, ό.π., 10. 4-10· πρβ. Αριστοτέλους, Πολιτικά, ed. W. D. Ross, 1325b 21-23.

[84] Ιουλιανού, ό.π., 10. 37-50.

[85] Ιουλιανού, ό.π., 10. 4-19: «Έφησθα ότι τον εν τη πράξει παρά τον φιλόσοφον επαινείς βίον, και τον Αριστοτέλην τον σοφόν εκάλεις μάρτυρα, την ευδαιμονίαν εν τω πράττειν εύ τιθέμενον, και την διαφοράν σκοπούντα του τε πολιτικού βίου και της εν τη θεωρία ζωής, διαπορείν άττα περί αυτών, και την μεν θεωρίαν εν άλλοις προτιμάν, επαινείν δε ενταύθα “τους των καλών πράξεων αρχιτέκτονας”. Τούτους δε αυτός μεν είναι φής τους βασιλέας, Αριστοτέλης δε είρηκεν ουδαμού κατά την υπό σου προστεθείσαν λέξιν, πλέον δε θάτερον εξ ων παραγέγραφας αν τις νοήσειε· το γαρ “Μάλιστα δε πράττειν λέγομεν κυρίως” και το “εξωτερικών πράξεων τους της διανοίας αρχιτέκτονας” εις τους νομοθέτας και τους πολιτικούς φιλοσόφους και πάντας απλώς τους νώ τε και λόγω πράττοντας, ουχί δε εις τους αυτουργούς και των πολιτικών πράξεων εργάτας ειρήσθαι νομιστέον».

[86] Ιουλιανού, ό.π., 11. 20 κ.ε.

[87] Rowland Smith, Julian’s gods. Religion and philosophy in the thought and action of Julian the Apostate, Routledge, London 1995, σελ. 28.

[88] Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, σελ. 56.

[89] Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, μετάφρ. Δημοσθ. Κούρτοβικ, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, σελ. 34.

[90] Θεμίστιου, Υπατικός εις τον αυτοκράτορα Ιοβιανόν, ed. Η. Schenkl και G. Downey, 63c4-d1: «Εμοί δε, ώ βασιλεύ, και μάλλον έτι φροντιστέον εστί και μη λίαν ενδεές αντεισενεγκείν σοι το χαριστήριον, ότι φιλοσοφίαν ου πάνυ παρά τοις πολλοίς ευπραγούσαν κατά τον παρόντα χρόνον επανάγεις αύθις εις τα βασίλεια, και παρίσταται συν ευδοκιμωτέρω τω σχήματι, και ποιείς ουχ ήττον έντιμον την των λόγων ηγεμονίαν της των στρατοπέδων αρχής».

[91] Βλ. σελ. 52 κ.ε.

[92] Λιβανίου, Προσφωνητικός Ιουλιανώ (Λόγος ΙΓ’), ed. R. Foerster, 11. 2-5: «Ήν γαρ τις σπινθήρ μαντικής αυτόθι κρυπτόμενος μόλις διαφυγών τας χείρας των δυσσεβών. Υφ’ ω δη πρώτον ταφανές ανιχνεύων το σφοδρόν μίσος κατά των θεών επέσχες υπό των μαντευμάτων ημερούμενος».

[93] Ammiani Marcellini, Renim gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXI, 1, 6: “Acuebat autem incendebatque eius cupiditatem, pacatis iam Galliis, incessere ultro Constantium, animus coniciens eum per vaticinandi praesagia multa (quae callebat) et somnia, e vita protinus excessurum”.

[94] Ζωσίμου, Ιστορία νέα, ed. F. Paschoud, Γ΄ 9,6. 1-7: «Εν Βιέννη γαρ διατρίβοντι κατ’ όναρ ο Ήλιος εδόκει δεικνύναι τους αστέρας αυτώ, λέγειν τε ταύτα τα έπη “Ζεύς όταν εις πλατύ τέλμα πέλη κλυτού Ύδροχόοιο, / Παρθενικής δε Κρόνος μοίρης βαίνη επί πέμπτη / εικοστή, βασιλεύς Κωνστάντιος Ασίδος αίης / τέρμα φίλου βιότου στυγερόν και επώδυνον έξει”».

[95] Ζωσίμου, ό.π., Γ΄ 11, 1. 7-10: «Καταλαβών δε την Νάισον αυτόθι μετά των μάντεων το πρακτέον εσκόπει· ως δε μένειν αυτώ τέως κατά την χώραν εδήλου τα ιερά, τούτο [δε] εποίει, παρατηρών άμα και τον τω ενυπνίω δηλούμενον χρόνον».

[96] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε΄ 1,2. 4-6: «Εξαπίνης δε την θρησκείαν μεταβαλών, πρότερον χριστιανίζειν δοκών, αρχιερέα ωνόμαζεν εαυτόν και τοις Ελλήνων ναοίς εφοίτα και έθυε και τους υπηκόους ώδε θρησκεύειν έπειθε».

[97] Ιουλιανού, Εις την μητέρα των θεών, ed. G. Rochefort, 14. 12-13: «Εκείνα δε ήδη κωμωδούσι και των ανθρώπων οι δυσσεβέστατοι».

[98] Λιβανίου, Περί της τιμωρίας του Ιουλιανού (Λόγος ΚΔ΄), ed. R. Foerster, 36. 1-4: «Ούτος γαρ εστίν ο μερίσας αυτού τον βίον είς τε τας υπέρ των όλων βουλάς είς τε τας περί τους βωμούς διατριβάς, ούτος ο εν τελεταίς μυρίαις ομιλήσας δαίμοσιν».

[99] Λιβανίου, Επιτάφιος επί Ιουλιανώ (Λόγος ΙΗ’), ed. R. Foerster, 127. 1-7: «Επεί δε ου ράδιον μεν βασιλεί καθ’ εκάστην ημέραν έξω βασιλείων εφ’ ιερά βαδίζειν, λυσιτελέστατον δε συνεχής ομιλία θεών, εν μέσοις τοις βασιλείοις ιερόν μεν οικοδομείται τω την ημέραν άγοντι θεώ και μυστηρίων μετέσχε τε και μετέδωκε μυηθείς τε εν μέρει και μυήσας, χωρίς δε πάσι θεοίς βωμούς ιδρύσατο».

[100] Λιβανίου, Μονωδία επί Ιουλιανώ (Λόγος ΙΖ΄), ed. R. Foerster, 4. 1-10: «Τίνα μέντοι, τίνα θεών αιτιατέον; ή πάντας ομοίως εκλιπόντας φρουράν ήν ώφειλον τη γενναία κεφαλή αντί πολλών μεν ιερείων, πολλών δε ευχών, μυρίων δε αρωμάτων, πολλού δε αίματος του μεν νυκτός, του δ’ ημέρα χυθέντος; ου γαρ τους μεν ευώχει, τους δε υπερέβαινεν, ώσπερ ο Αιτωλός εκείνος την Άρτεμιν εν καρπών συλλογή, αλλ’ όσους οι ποιηταί παρέδοσαν, πατέρας τε και παίδας, θεούς τε και θεάς, άρχοντάς τε και αρχόμενους, άπασιν έσπενδέ τε και τους απάντων ενεπίμπλη βωμούς αρνών και βοών».

[101] Λιβανίου, Περί της τιμωρίας Ιουλιανού (Λόγος ΚΔ΄), ed. Κ. Foerster, 35. 1-10: «Και νυν οίμαι τους θεούς πολλάκις εν ταις αυτών αγοραίς πεποιήσθαι λόγον ά τε έπαθεν ούτος ων τε ητύχησε τεθνεώς, μεμφομένους τε και παρακαλούντας αλλήλους επί την δίκην. Ει γαρ θρήνου μεν άξιος Έκτωρ τω Διί δια το πλήθος των θυσιών, εγκαλείται δε ο Ζεύς υπό της Αθηνάς εν τοις Οδυσσέως πλάνοις ως αμελών ανθρώπου τεθυκότος, τίνα εικός ειρήσθαι περί τούτου του τας απάντων των Ελλήνων εν τοις δύο έτεσι παρελθόντος θυσίας;».

[102] Λιβανίου, εις Ιουλιανόν αυτοκράτορα ύπατον (Λόγος ΙΒ΄), ed. R. Foerster, 80. 1-2: «Δια τούτο χαίρει καλούμενος ιερεύς ουχ ήττον ή βασιλεύς».

[103] Ιουλιανού, Επιστολή ΚϚ΄, Μαξίμω, ed. J. Bidez, 43-47: «Θρησκεύομεν τους θεούς αναφανδόν και το πλήθος του συγκατελθόντος μοι στρατοπέδου θεοσεβές εστίν· ημείς φανερώς βουθυτούμεν απεδώκαμεν τοις θεοίς χαριστήρια περί ημών εκατόμβας πολλάς».

[104] Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXII, 12,6: “Hostiarum tamen sanguine plurimo aras crebritate nimia perfundebat, tauros aliquotiens immolando centenos, et innumeros varii pecoris greges, avesque candidas terra quaesitas et mari”.

[105] Ammiani Marcellini, ό.π., XXII, 14, 3: “itidemque νictimarius pro sacricola dicebatur ad crebritatem hostiarum alludentibus multis”.

[106] Ammiani Marcellini, ό.π., XXV, 4, 17: “Superstitiosus magis quam sacrorum legitimus observator, innumeras sine parsimonia pecudes mactans, ut aestimaretur (si revertisset de Parthis), boves iam defuturos, Marci illius similis Caesaris, in quem id accipimus dictum: οι βόες οι λευκοί Μάρκω τω Καίσαρι χαίρειν. /αν πάλι νικήσης, άμμες απολώμεθα.

[107] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 432.

[108] Edward Gibbon, ό.π.

[109] Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 167.

[110] Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, σελ. 153.

[111] Ιουλιανού, Επιστολή ΡIA’. Αλεξανδρεύσιν, ed. J. Bidez, 47-58: «Μόνοι της εξ Ηλίου κατιούσης αυγής αναισθήτως έχετε; μόνοι θέρος ουκ ίστε και χειμώνα παρ’ αυτού γινόμενον; μόνοι ζωογονούμενα και κινούμενα παρ αυτού τα πάντα; την δε εξ αυτού και παρ’ αυτού δημιουργόν των όλων Σελήνην ούσαν ουκ αισθάνεσθε πόσων αγαθών αιτία τη πόλει γίνεται; Και τούτων μεν των θεών ουδένα προσκυνείν τολμάτε, όν δε ούτε υμείς ούτε οι πατέρες υμών εωράκασιν Ιησούν, οίεσθε χρήναι θεόν λόγον υπάρχειν; όν δε εξ αιώνος άπαν ορά το των ανθρώπων γένος και βλέπει και σέβεται και σεβόμενον εύ πράττει, τον μέγαν Ήλιον λέγω, το ζων άγαλμα και έμψυχον και έννουν και αγαθοεργόν του νοητού πατρός ***».

[112] Ιουλιανού, Εις τον βασιλέα Ήλιον προς Σαλούστιον, ed. C. Lacombrade, L’empereur Julien. Oeuvres complètes, vol. 2. 2, Les Belles Lettres, Paris 1964,100-138.

[113] Ιουλιανού, ό.π., 1. 5-6: «Και γαρ ειμί του βασιλέως οπαδός Ηλίου».

[114] Ιουλιανού, ό.π., 1. 7-15: «Ό δε μοι θέμις ειπείν και ανεμέσητον, εντέτηκέ μοι δεινός εκ παίδων των αυγών του θεού πόθος, και προς το φως ούτω δη το αιθέριον εκ παιδαρίου κομιδή την διάνοιαν εξισταμένην, ώστε ουκ εις αυτόν μόνον ατενές οράν επεθύμουν, αλλά και, εί ποτε νύκτωρ ανεφέλου και καθαράς αιθρίας ούσης προέλθοιμι, πάντα αθρόως αφείς τοις ουρανίοις προσείχον κάλλεσιν, ουκέτι ξυνιείς εί τις λέγοι τι προς με ούτε αυτός εμαυτώ ό τι πράττοιμι προσεχών».

[115] Ιουλιανού, ό.π., 2. 6-9: «Αλλ’ ηγούμαι κοινότερον μέν, είπερ χρη πείθεσθαι τοις σοφοίς, απάντων ανθρώπων είναι τούτον κοινόν πατέρα (λέγεται γαρ ορθώς άνθρωπος άνθρωπον γεννάν και ήλιος)».

[116] Ιουλιανού, ό.π., 21. 1-3: «Εισί γαρ τοι θεοί συγγενείς Ηλίω και συμφυείς, την άχραντον ουσίαν του θεού κορυφούμενοι, πληθυνόμενοι μεν εν τω κόσμω, περί αυτόν δε ενοειδώς όντες».

[117] Ιουλιανού, ό.π., 26. 1-3: «Υπέστη μεν ουν περί αυτόν ο φαινόμενος εξ αιώνος κόσμος, έδραν δε έχει το περικόσμιον φως εξ αιώνος, ουχί νυν μεν, τότε δε ου, ουδέ άλλοτε άλλως, αεί δε ωσαύτως».

[118] Ιουλιανού, ό.π., 37. 1-4: «Τι ουν επί των αυτών επέξειμι μακρότερον, εξόν επί το πέρας ήδη βαδίζειν υμνήσαντα πρότερον όσα έδωκεν ανθρώποις Ήλιος αγαθά; γιγνόμενοι γαρ εξ αυτού τρεφόμεθα παρ’ εκείνου».

[119] Ιουλιανού, ό.π., 44. 25-32: «Εύχομαι ουν τρίτον αντί της προθυμίας μοι ταύτης ευμενή γενέσθαι τον βασιλέα των όλων Ήλιον, και δούναι βίον αγαθόν και τελειοτέραν φρόνησιν και θείον νουν απαλλαγήν τε την ειμαρμένην εκ του βίου πραϋτάτην εν καιρώ τω προσήκοντι, άνοδόν τε επ’ αυτόν το μετά τούτο και μονήν παρ’ αυτώ, μάλιστα μεν αΐδιον, ει δε τούτο μείζον είη των εμοί βεβιωμένων, πολλάς πάνυ και μυριετείς περιόδους».

[120] Will Durant, Παγκόσμιος ιστορία του πολιτισμού, τόμ. Δ΄, σελ. 27.

[121] Ο Ιουλιανός ειρωνεύεται εδώ τους χριστιανούς μοναχούς που κτυπούσαν με τα χέρια τους το στήθος και το κεφάλι τους, επιδεικνύοντας τη μετάνοιά τους για τα αμαρτήματα που είχαν διαπράξει.

[122] Ιουλιανού, Συμπόσιον ή Κρόνια, ed. C. Lacombrade, 38. 1-21: «Ο δε Κωνσταντίνος, ουχ ευρίσκων εν θεοίς του βίου το αρχέτυπον, εγγύθεν την Τρυφήν κατιδών έδραμε προς αυτήν· η δε υπολαβούσα μαλακώς και περιβαλούσα τοις πήχεσι πέπλοις τε αυτόν ποικίλοις ασκήσασα και καλλωπίσασα, προς την Ασωτίαν απήγαγεν, ίνα και τον Ιησούν εύρων αναστρεφόμενον και προαγορεύοντα πάσιν· “Όστις φθορεύς, όστις μιαιφόνος, όστις εναγής και βδελυρός, ίτω θαρρών· αποφανώ γαρ αυτόν τουτωί τω ύδατι λούσας αυτίκα καθαρόν, καν πάλιν ένοχος τοις αυτοίς γένηται, δώσω το στήθος πλήξαντι και την κεφαλήν πατάξαντι καθαρώ γενέσθαι”, σφόδρα άσμενος ενέτυχεν αυτώ, συνεξαγαγών της των θεών αγοράς τους παίδας. Επέτριβον δε αυτόν τε κακείνους ουχ ήττον της αθεότητος οι παλαμναίοι δαίμονες, αιμάτων συγγενών τιννύμενοι δίκας, έως ο Ζευς δια τον Κλαύδιον και Κωνστάντιον έδωκεν αναπνεύσαι. “Σοι δε”, προς ημάς λέγων ο Ερμής, “δέδωκα τον πατέρα Μίθραν επιγνώναι· συ δε αυτόν των εντολών έχου, πείσμα και όρμον ασφαλή ζώντι τε σεαυτώ παρασκευάζων, και ηνίκα αν ενθένδε απιέναι δέη, μετά της αγαθής ελπίδος ηγεμόνα θεόν ευμενή καθιστάς σεαυτώ”».

[123] Ιουλιανού, Εις την μητέρα των θεών, ed. G. Rochefort, 20. 1,20. 11-16: «Ώ θεών και ανθρώπων Μήτερ, [… ] δίδου πάσι μεν ανθρώποις ευδαιμονίαν, ής το κεφάλαιον η των θεών γνώσις εστί, κοινή δε τω Ρωμαίων δήμω μάλιστα μεν αποτρίψασθαι της αθεότητος την κηλίδα, προς δε και την τύχην ευμενή συνδιακυβερνώσαν αυτώ τα της αρχής πολλάς χιλιάδας ετών».

[124] Ιουλιανού, Ευσεβίας της βασιλίδος εγκώμιον, ed. J. Bidez, 12. 1-4: «Εμοί γαρ βασιλεύς ουτοσί σχεδόν εκ παιδός νηπίου γεγονώς ήπιος, πάσαν υπερεβάλετο φιλοτιμίαν, κινδύνων τε εξήρπασε τηλικούτων, ούς ουδέ ηβών ανήρ εύ μάλα διαφύγοι μη θείας τινός και αμήχανου σωτηρίας τυχών».

[125] Ζωσίμου, Ιστορία νέα, ed. F. Paschoud, Γ’ 9,4. 7-11: «Ταύτα ακηκοώς Ιουλιανός έδειξεν ήν είχε περί το θείον προαίρεσιν, άντικρυς εις επήκοον πάντων ειπών ως τοις θεοίς άμεινον ή τοις Κωνσταντίου λόγοις εαυτόν τε και τον εαυτού βίον εκδούναι».

[126] Ιουλιανού, Επιστολή ΚH’. Ιουλιανώ θείω, ed. J. Bidez, 3-4: «Ζώμεν δια τους θεούς ελευθερωθέντες του παθείν ή δράσαι τα ανήκεστα».

[127] Ιουλιανού, ό.π., 7-9: «Τι ουν ήλθον; επειδή μοι οι θεοί διαρρήδην εκέλευσαν, σωτηρίαν μεν επαγγελλόμενοι πειθομένω, μένοντι δε ό μηδείς θεών ποιήσειεν».

[128] Ιουλιανού, Επιστολή ΚΘ’. Ευθηρίω, ed. J. Bidez, 1-3: «Ζώμεν υπό των θεών σωθέντες· υπέρ εμού δε αυτοίς θύε τα χαριστήρια· θύσεις δε ουχ υπέρ ενός ανδρός, αλλ’ υπέρ του κοινού των Ελλήνων».

[129] Ιουλιανού, Επιστολή ΙΔ’. Οριβασίω, ed. J. Bidez, 46-47: «και ταύτα του θεού συμμαχούντος ημίν, όσπερ ουν έταξεν».

[130] Ιουλιανού, Επιστολή Π΄. Ιουλιανώ θείω, ed. J. Bidez, 19-20: «ίσθι ουν ότι και πάντα πράξω συν θεοίς».

[131] Ιουλιανού, Επιστολή Ξ’. Αλεξανδρέων τω δήμω, ed. J. Bidez, 1-6: «Ει μη τον Αλέξανδρον τον οικιστήν υμών και προ γε τούτου τον θεόν τον μέγαν τον αγιώτατον Σάραπιν αιδείσθαι, του κοινού γουν υμάς και ανθρωπίνου και πρέποντος πως ουδείς εισήλθε λόγος; προσθήσω δε ότι και ημών, ους οι θεοί πάντες, εν πρώτοις δε ο μέγας Σάραπις, άρχειν εδικαίωσαν της οικουμένης».

[132] Ιουλιανού, Προς Ηράκλειον κυνικόν περί του πως κυνιστέον και ει πρέπει τω κυνί μύθους πλάττειν, ed. G. Rochefort, 22.

[133] Ιουλιανού, ό.π., 22. 1-8.

[134] Ιουλιανού, ό.π., 22. 8-30.

[135] Ιουλιανού, ό.π., 22. 30-34.

[136] Ιουλιανού, ό.π., 22. 38-62.

[137] Ιουλιανού, ό.π., 22. 62-73.

[138] Ιουλιανού, ό.π., 22. 73-79: «Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς Ήλιος ευφράνθη τε ησθείς τω βρέφει, σωζόμενον έτι καθορών εν αυτώ σπινθήρα μικρόν εξ εαυτού, και το εντεύθεν έτρεφε εκείνο το παιδίον, εξαγαγών “Εκ θ’ αίματος εκ τε κυδοιμού εκ τ’ ανδροκτασίης”· ο πατήρ δε ο Ζεύς εκέλευσε και την Αθηνάν, την αμήτορα και παρθένον, άμα τω Ηλίω το παιδάριον εκτρέφειν».

[139] Ιουλιανού, ό.π., 22. 80-91.

[140] Ιουλιανού, ό.π., 22. 91-119.

[141] Ιουλιανού, ό.π., 22. 119-130.

[142] Ιουλιανού, ό.π., 22. 131-139. Βλ. ιδιαίτερα 22. 135-139: «”Αλλά νέος ει”, έφη, “και αμύητος. Ίθι ουν παρ’ ημάς, ως αν μυηθείης ασφαλώς τε εκεί διάγοις· χρη γαρ <σ’> απιέναι και καθαίρειν εκείνα πάντα τα ασεβήματα, παρακαλείν δε εμέ τε και την Αθηνάν και τους άλλους θεούς»”.

[143] Ιουλιανού, ό.π., 22. 139-155.

[144] Ιουλιανού, ό.π., 22. 155-167: «”Αν ουν”, έφη, “σε εγώ μετά ταυτησί της Αθηνάς, επιτάττοντος του Διός, αντί του κληρονόμου τούτου πάντων επίτροπον τούτων καταστήσω”; Πάλιν ενταύθα ο νεανίσκος αντείχετο και πολλά ικέτευεν αυτού μένειν. Ο δέ, “Μη λίαν απειθής έσο”, φησί, “μη ποτέ σ’ απεχθήρω, ως νυν έκπαγλ’ εφίλησα”. Και ο νεανίσκος· Άλλ’ ώ μέγιστε, είπεν, “Ήλιε και Αθηνά, σε τε και αυτόν επιμαρτύρομαι τον Δία, χρήσθέ μοι προς ό,τι βούλεσθε”. Πάλιν ουν ο Έρμης άφνω φανείς εποίησε τον νεανίσκον θαρραλεώτερον· ήδη γαρ διενοείτο της τε οπίσω πορείας και της εκείσε διατριβής ευρηκέναι τον ηγεμόνα».

[145] Ιουλιανού, ό.π., 11. 167-195.

[146] Ιουλιανού, ό.π., 11. 195-199: «”Αλλ’ ίθι”, έφη, “πορεύου μετά αγαθής ελπίδος· ημείς γαρ σοι πανταχού συνεσόμεθα εγώ τε και Αθηνά και Έρμης όδε και συν ημίν οι θεοί πάντες οι εν Ολύμπω και οι περί τον αέρα και την γην και παν πανταχού το θείον γένος”».

[147] Ιουλιανού, ό.π., 22. 216-221: «”Ίσθι δε σεαυτώ τα σαρκία δεδόσθαι <της> λειτουργίας είνεκα ταυτησί· βουλόμεθα γαρ σοι την προγονικών οικίαν, αιδοί των προγόνων, αποκαθήραι. Μέμνησο ουν ότι την ψυχήν αθάνατον έχεις και έκγονον ημετέραν, επόμενός τε ημίν ότι θεός έση και τον ημέτερον όψει συν ημίν πατέρα”».

[148] John Julius Norwich, Βυζάντιο. Οι πρώτοι αιώνες, μετάφρ. Εύγενίου Πιέρρη, INTERED, Αθήνα 1996, σελ. 85.

[149] Glen W. Bowersock, Julian the Apostate, σελ. 20.

[150] Λιβανίου, Μονωδία επί Ιουλιανώ (Λόγος ΙΖ’), ed. R. Foerster, 23. 7-9: «Αλλ’ ο μεν ούτως ημέλει τον σώματος, Αφροδίτη δε όπως ουκ εξήρπασεν ουδε Αθηνά, θαύμα αν είη».

[151] Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, σελ. 192.

[152] Polymnia Athanassiadi-Fowden, ό.π., σελ. 223.

[153] Polymnia Athanassiadi-Fowden, ό.π., σελ. 192.

[154] Ιουλιανού, Εγκώμιον εις τον αυτοκράτορα Κωνστάντιον, 37. 16-23: «Αλλά τον Φιλίππου φασίν Αλέξανδρον, επειδή την Περσών καθείλε δύναμιν, ου μόνον την άλλην δίαιτα προς όγκον μείζονα και λίαν επαχθή τοις πάσιν υπεροψίαν μεταβαλείν, αλλ’ ήδη και του φύσαντος υπεροράν και της ανθρωπίνης απάσης φύσεως· ηξίου γαρ υιός Άμμωνος, αλλ’ ου Φιλίππου νομίζεσθαι, και των συστρατευσαμένων όσοι μη κολακεύειν μηδέ δουλεύειν ηπίσταντο των εαλωκότων πικρότερον εκολάζοντο».

[155] Ιουλιανού, Θεμιστίω φιλοσόφω, ed. G. Rochefort, 10. 44-9: «Τις νυν εσώθη δια την Αλεξάνδρου νίκην; Τις πόλις άμεινον ωκήθη; Τις αυτού γέγονε βελτίων ιδιώτης ανήρ; Πλουσιωτέρους μεν γαρ πολλούς άν εύροις, σοφώτερον δε ουδένα [και] <ουδέ> σωφρονέστερον [ουδέ] αυτόν αυτού, ει μη και μάλλον αλαζόνα και υπερόπτην».

[156] Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXII, 9,1: “At prosperis Iulianus elatior, ultra hominess iam spirabat, [… ]”.

[157] Λιβανίου, Μονωδία επί Ιουλιανώ (Λόγος ΙΖ΄), ed. R. Foerster, 17. 5-8: «Ήκεν εις την μεγάλην του Αντιόχου πόλιν ή ει βούλει γε, Αλεξάνδρου του φίλου τε αυτώ και ουκ εώντος καθεύδειν, ώσπερ δη τίνα στρατηγόν στρατηγός Αθηναίος Αθηναίον».

[158] Πλουτάρχου, Θεμιστοκλής, ed. R. Ziegler, γ’ 4. 1-5. 1: «Λέγεται γαρ ούτω παράφορος προς δόξαν είναι και μεγάλων πράξεων υπό φιλοτιμίας εραστής, ώστε νέος ων έτι, της εν Μαραθώνι μάχης προς τους βαρβάρους γενομένης και της Μιλτιάδου στρατηγίας διαβοηθείσης, σύννους οράσθαι τα πολλά προς εαυτώ και τας νύκτας αγρυπνείν και τους πότους παραιτείσθαι τους συνήθεις, και λέγειν προς τους ερωτώντας και θαυμάζοντας την περί τον βίον μεταβολήν, ως καθεύδειν αυτόν ουκ εώη το Μιλτιάδου τρόπαιον».

[159] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 21. 15-21: «Πεπιστευκώς δε μαντείαις τισιν άς αυτώ συμπαρών ο φιλόσοφος Μάξιμος υπετίθετο, και ονειροπολήσας την Αλεξάνδρου του βασιλέως δόξαν λαβείν, ή και μάλλον υπερβαίνειν, τας ικεσίας Περσών απεκρούσατο. Και ενόμιζε κατά την Πυθαγόρου και Πλάτωνος δόξαν εκ μετενσωματώσεως την Αλεξάνδρου έχειν ψυχήν, μάλλον δε αυτός είναι Αλέξανδρος εν ετέρω σώματι».

[160] F. Α. Ridley, Julian the Apostate and the rise of Christianity. A study in cultural history, Watts & Co., London 1937, σελ. X.

[161] F. A. Ridley, ό.π., σελ. 199.

[162] F. A. Ridley, ό.π., σελ. 202.

[163] F. Α. Ridley, ό.π., σελ. 202· πρβ. ό.π., σελ. 53 κ.ε.

[164] F. Α. Ridley, ό.π., σελ. 201.

[165] F. Α. Ridley, ό.π., σελ. 160-161, 165.

[166] Joseph Bidez, La vie de l’empereur Julien, σελ. 272.

[167] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός πρώτος (Λόγος Δ΄), ed. J.-P. Migne, Pg 35,557. 19-22: «Ασία δε ήν αυτώ το της ασεβείας διδασκαλείον, όση τε περί αστρονομίαν και τας γενέσεις, και φαντασίαν προγνώσεως τερατεύεται, και την επομένην τούτοις γοητικήν».

[168] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, ό.π., PG 35,644. 43-645. 12: «Βούλει, τάλλα παρείς, επ’ αυτό το κεφάλαιον αναδράμω της στις εμπληξίας, είτ’ ουν θεοβλαβείας; Αυτό δε πόθεν σοι το μυείσθαι, και το μυείν, και το θρησκεύειν; Ου παρά Θρακών, και η κλήσις πειθέτω σε; Το θύειν δε ου παρά Χαλδαίων, ειτ’ ουν Κυπρίων; Το αστρονομείν δε ου Βαβυλώνιον; Το δε γεωμετρείν ουκ Αιγύπτιον; Το δε μαγεύειν ου Περσικόν; Την δε δι’ ονείρων μαντικήν τίνων η Τελμησέων ακούεις; Την οιωνιστικήν δε τίνων; ουκ άλλων ή Φρυγών, των πρώτων περιεργασαμένων ορνίθων πτήσιν τε και κινήματα; Και, ίνα μη μακρολογώ, πόθεν σοι το καθ’ έκαστον; ουχ έν εξ εκάστων; ών πάντων εις ταυτό συνελθόντων, έν δεισιδαιμονίας συνέστη μυστήριον;».

(Πηγή: http://www.oodegr.com/neopaganismos/filosofoi/biblio_ioulianos/2.htm)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: