Ιουλιανός o Παραβάτης: Παραβάτης του Χριστιανισμού, Παραβάτης του Ελληνισμού (Μέρος τέταρτο)

Ιωάννης Κ. Τσέντος

1. Η Αποστασία τον Ιουλιανού και το μίσος τον για τον χριστιανισμό

Προκειμένου να εκτιμήσουμε σωστά τη στάση του Ιουλιανού απέναντι στον χριστιανισμό, άλλα και τον τρόπο με τον οποίο είδαν τον Ιουλιανό οι χριστιανοί, οφείλουμε να έχουμε κατά νουν ότι ο Ιουλιανός ήταν ανεψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γόνος δηλαδή μιας χριστιανικής δυναστείας, και ανετράφη ως χριστιανός πρίγκηπας υπό την επίβλεψη χριστιανών διδασκάλων και Επισκόπων. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ο Ιουλιανός γνώρισε τον χριστιανισμό από οπαδούς της αιρέσεως του Αρείου, τον Ευσέβιο Νικομήδειας και τον Γεώργιο, οι οποίοι ασφαλώς δεν ήσαν οι καλύτεροι εκπρόσωποι της χριστιανικής πίστεως και του χριστιανικού ήθους. Από αυτή την άποψη, έχει δίκιο ο Giuseppe Ricciotti να διερωτάται ποια θα ήταν η επιλογή του Ιουλιανού, αν, αντί να βρίσκεται υπό την επιρροή Αρειανών διδασκάλων σαν τον Ευσέβιο και τον Γεώργιο, είχε έλθει σε επαφή από την παιδική του ηλικία με τον Αθανάσιο ή τον Βασίλειο η άλλους Ορθοδόξους του αυτού βεληνεκούς- βεβαίως, ο Ricciotti αναγνωρίζει ότι κανείς δεν μπορεί να πει τι θα είχε συμβεί σε μία τέτοια υποθετική περίπτωση, πλην όμως θεωρεί βέβαιο ότι ο Ιουλιανός θα είχε σχηματίσει μία εντελώς διαφορετική εικόνα για τον χριστιανισμό. [233] Αυτά όμως είναι υποθέσεις. Το βέβαιον είναι ότι ο Ιουλιανός ανετράφη ως χριστιανός πρίγκηπας. Ακόμη και όταν μυήθηκε στα ειδωλολατρικά μυστήρια, δεν έπαυσε να υποκρίνεται τον χριστιανό. Και αίφνης, όταν πήρε στα χέρια του εξουσία, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Σωζομενός, «μετέβαλε αιφνιδιαστικά το θρήσκευμα, ενώ προηγουμένως φαινόταν ότι ήταν χριστιανός, και ονόμαζε τον εαυτό του αρχιερέα και σύχναζε στους ειδωλολατρικούς ναούς και θυσίαζε και έπειθε τους υπηκόους του να θρησκεύουν με αυτόν τον τρόπο». [234]

Jul_2.jpg

Η καταγωγή και η ανατροφή του Ιουλιανού δίδουν ήδη την κρίσιμη ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στον Ιουλιανό και τους παλαιότερους διώκτες του χριστιανισμού. Όπως δηλαδή σχολιάζει ο Rowland Smith, ο Ιουλιανός δεν ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που συνδύασε ως κεντρικό σημείο της πολιτικής του τη λήψη αντιχριστιανικών μέτρων και την ενεργό προώθηση της πάτριας λατρείας, καθώς το ίδιο ακριβώς είχαν κάνει παλαιότερα ο Δέκιος και άλλοι αυτοκράτορες· αλλά ο Ιουλιανός είναι ειδική περίπτωση, και η διαφορά είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα ανατροφής· αντίθετα δηλαδή από τους άλλους αυτοκράτορες που είχαν λάβει μέτρα κατά των χριστιανών, ο Ιουλιανός το έκανε αυτό ως άνθρωπος γεννημένος μέσα σε μία χριστιανική δυναστεία και ανατεθραμμένος με τη φροντίδα επισκόπων. [235]

Για τους ειδωλολάτρες, αυτό το γεγονός αντιπροσώπευε ήδη αφ’ εαυτού μία μεγάλη νίκη. Ο Ιουλιανός δεν ήταν κάποιος που αγνοούσε τον χριστιανισμό· ήταν ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει τον χριστιανισμό και είχε ανατραφεί χριστιανικά, αλλά είχε αναγνωρίσει την ανωτερότητα της «πάτριας» θρησκείας. Όσο πιεζόταν και ένιωθε τη ζωή του να κινδυνεύει, υποκρινόταν τον χριστιανό· αλλά, όταν ένιωσε πως μπορούσε να το κάνει με ασφάλεια, βγήκε και βροντοφώναξε ότι ο χριστιανισμός είναι ανοησία, και η πραγματική αλήθεια βρίσκεται στη θρησκεία των πατέρων. Αναφερόμενος στη «χριστιανική» περίοδο του Ιουλιανού, ο Λιβάνιος παραπέμπει στον αισώπειο μύθο που εμφάνιζε τον όνο να έχει περιβληθεί λεοντή,[236] και σχολιάζει ότι στην περίπτωση του Ιουλιανού ο Αίσωπος θα μιλούσε μάλλον για λέοντα ενδεδυμένο δορά όνου. [237] Στα μάτια του ίδιου του Λιβανίου, η ημέρα της μεταστροφής του Ιουλιανού από τον χριστιανισμό στον παγανισμό φαίνεται «αρχή ελευθερίας για τον κόσμο». [238]

Όλα αυτά εξηγούν περαιτέρω τη στάση των χριστιανών έναντι του Ιουλιανού. Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων ζούσαν πιο έντονα από την εποχή μας το μήνυμα της πίστεως· ο χριστιανισμός δεν είχε προλάβει ακόμη να «παλιώσει», και οι χριστιανοί βίωναν πραγματικά αυτό που κανονικά θα οφείλαμε να βιώνουμε και εμείς σήμερα, ότι δηλαδή ο χριστιανισμός είναι η αποκεκαλυμμένη αλήθεια, και μάλιστα η αλήθεια που σώζει. Στα μάτια των χριστιανών της εποχής, ο Ιουλιανός εκπροσωπούσε την ύβρη, καθώς ήταν ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει την αλήθεια που σώζει, είχε επί μακρόν υποκριθεί ότι την ασπαζόταν, και μολαταύτα με την πρώτη ευκαιρία της είχε γυρίσει την πλάτη και είχε στραφεί ανοικτά εναντίον της. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Ιουλιανός έμεινε στην ιστορία ως «Παραβάτης» και «Αποστάτης». Και εδώ ακριβώς οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η κρίση του Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι ο Ιουλιανός «ξεπέρασε σε ασέβεια όλους τους βασιλείς» [239]

Η αποκήρυξη της χριστιανικής πίστεως εκ μέρους του Ιουλιανού έθεσε τη σφραγίδα της στην αντιπαράθεση του αυτοκράτορα με τον χριστιανισμό. Εξ ου άλλωστε και μία πολύ γνωστή και εκφραστική στιχομυθία: Ο Ιουλιανός σε επιστολή του προς χριστιανούς επισκόπους εκαυχάτο ότι είχε συνειδητά απορρίψει τον χριστιανισμό, γνωρίζοντας τον έγραφε μάλιστα σκωπτικά, παίζοντας με τις λέξεις: «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων» («Ανέγνωσα, κατανόησα, απέρριψα»). [240] Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε σε αυτόν τον κομπασμό του αυτοκράτορα επιγραμματικά: «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως- ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως» («Ανέγνωσες, αλλά δεν κατανόησες- γιατί, αν είχες κατανοήσει, δεν θα είχες απορρίψει»). [241]

Οπωσδήποτε, οι λόγοι που έκαναν τον Ιουλιανό να στραφεί ενάντια στον χριστιανισμό είναι σε μεγάλο βαθμό ψυχολογικοί. Φαίνεται δηλαδή ότι η ψυχή του Ιουλιανού είχε τραυματιστεί από την ανασφάλεια και καταπίεση της παιδικής του ηλικίας· στα μάτια του, ο χριστιανισμός είχε συνδεθεί με αυτή την ανασφάλεια και καταπίεση, και κατά προέκταση με ό,τι μισούσε και αποστρεφόταν βαθύτατα. Αλλά δεν είναι ίσως του παρόντος να εισέλθουμε στα άδυτα της ψυχής του Ιουλιανού, στηρίζοντας τις κρίσεις μας σε θεωρίες και υποθέσεις. Και μολονότι είναι βέβαιο ότι το μίσος που ένιωθε ο Ιουλιανός για τον χριστιανισμό έχει πράγματι την ψυχολογική του εξήγηση, θα εστιάσουμε εδώ την προσοχή μας κυρίως στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε αυτό το μίσος, περνώντας από την απλή περιφρόνηση στον ύπουλο διωγμό, και από τον ύπουλο διωγμό στην ανοικτή βία.

Για τον Ιουλιανό, η καταπολέμηση του χριστιανισμού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ο χριστιανισμός ήταν γι’ αυτόν ένα φάντασμα που στοίχειωνε τα πάντα. Όπως παρατηρεί ο Robert Browning, ο Ιουλιανός έβλεπε στον χριστιανισμό την κύρια αιτία για τον εκφυλισμό του ρωμαϊκού κράτους, και θεωρούσε την υποταγή ή τον αφοπλισμό του χριστιανισμού ως την απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγέννηση του κράτους·[242] αν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν σε κρίση, η αιτία έπρεπε να αναζητηθεί στην επικράτηση της νέας θρησκείας. [243] Ο Glanville Downey γράφει ότι η κυρίαρχη πεποίθηση του Ιουλιανού, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η πολιτική του, ήταν με λίγα λόγια ότι ο χριστιανισμός, ο οποίος είχε ευνοηθεί από τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον υιό του Κωνστάντιο, δεν ήταν μόνο μία εσφαλμένη θρησκευτική διδασκαλία, αλλά και μία ανατρεπτική θρησκευτική δύναμη, η οποία απειλούσε την ασφάλεια του ρωμαϊκού κράτους, καθώς απομάκρυνε την εύνοια των θεών, πάνω στην οποία είχε θεμελιωθεί η ευημερία του ρωμαϊκού λαού·[244] έτσι, η πολιτική του Ιουλιανού ήταν μία ολοκληρωτική προσπάθεια να σωθεί το κράτος, το οποίο, όπως πίστευε, απειλείτο από τη χριστιανική πίστη. [245] Με λίγα λόγια, ο Ιουλιανός έβλεπε τον χριστιανισμό όπως ακριβώς τον έβλεπαν κάποιοι εθνικοί τον δεύτερο αιώνα, δηλαδή δύο ολόκληρους αιώνες πριν από την εποχή του.

2. Ο ύπουλος διωγμός

Με ήδη εκδηλωμένες και δεδομένες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ιουλιανού και τις αντιλήψεις του για τον χριστιανισμό, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τον συναγερμό που προκάλεσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους και στη χριστιανική κοινότητα η ανάρρηση του στον αυτοκρατορικό θρόνο. Κυκλοφορούσε μάλιστα η φήμη ότι ο Ιουλιανός είχε αποκηρύξει τόσο φανερά τη χριστιανική πίστη, ώστε είχε καταφύγει στη λεγόμενη αποτροπαϊκή μαγεία και σε ειδικές θυσίες και επικλήσεις, για να «ξορκίσει» το χριστιανικό βάπτισμα που είχε λάβει. [246] Έτσι, όπως γράφει και ο Σωζομενός, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου η Εκκλησία θορυβήθηκε, και φοβήθηκε ότι θα εξαπολυόταν εναντίον της διωγμός από τον νέο αυτοκράτορα· ο φόβος μάλιστα επιτεινόταν από το μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε περάσει από τους τελευταίους διωγμούς, στο οποίο η Εκκλησία είχε «ξεσυνηθίσει» να ζη μέσα στους κινδύνους και τις διώξεις, από τη ζωντανή ανάμνηση των δεινών του παρελθόντος, και βεβαίως από το δεδομένο μίσος του Ιουλιανού για τον χριστιανισμό. [247]

Και όμως, αντίθετα απ’ ό,τι φοβόταν η Εκκλησία, δεν εκδηλώθηκε κανένας απολύτως διωγμός. Αντ’ αυτού, ο νέος αυτοκράτορας επιδόθηκε σε μία προσπάθεια για την εξυγίανση του δημόσιου βίου και τον περιορισμό της πολυτέλειας της αυτοκρατορικής αυλής. Παράλληλα, ο Ιουλιανός άφησε να φανεί ότι θεωρούσε τη δικαιοσύνη ως τον ακρογωνιαίο λίθο μιας ευνομούμενης πολιτείας, και έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον κρίσιμο τομέα της απονομής της δικαιοσύνης, ο οποίος μαστιζόταν από τις πολλές αναβολές των δικών, που έτειναν να παγιώσουν ένα καθεστώς αδικίας· πολύ σύντομα, σχεδόν όλοι οι πολίτες αναγνώριζαν τη δικαιοσύνη του αυτοκράτορα τους. [248] Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες του Ιουλιανού ήσαν κινήσεις που και ένας χριστιανός δεν μπορούσε παρά να επιδοκιμάζει. Όσον αφορά τώρα τη θρησκευτική πολιτική, αυτή φαινόταν να είναι μία συνεπής πολιτική ανεξιθρησκείας: εξεδόθησαν βεβαίως διατάγματα που διέτασσαν την επιστροφή στα ειδωλολατρικά ιερά των περιουσιών τους, παράλληλα όμως επετράπη στους εξορισθέντες επί Κωνσταντίου χριστιανούς ιερείς επισκόπους να επιστρέψουν ελεύθερα στις πόλεις τους, και οι υπογεγραμμένες από τον Κωνστάντιο διαταγές εξορισμού τους κηρύχθηκαν άκυρες.

Αν διεξέλθουμε τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού, δεν θα δυσκολευθούμε να διαπιστώσουμε μία καταφανή προοδευτική σκλήρυνση της συμπεριφοράς του Παραβάτη αυτοκράτορα απέναντι στους χριστιανούς και τον χριστιανισμό. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο έβλεπε ο Ιουλιανός τον χριστιανισμό. Όπως εξηγεί ο Rowland Smith, ο Ιουλιανός επιθυμούσε και επεδίωκε σταθερά την πλήρη εξάλειψη του χριστιανισμού, και η αρχική του ηπιότητα δεν υπαγορεύθηκε παρά από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, καθώς ο Παραβάτης αυτοκράτορας έκρινε συνετότερο να κάνει προσεκτικά βήματα στην αρχή, ώστε να μην ξεσηκώσει εναντίον του τον υπάρχοντα μηχανισμό της αυτοκρατορίας, ο οποίος ήταν φανερά χριστιανικός. [249]

Μ’ όλη όμως την ηπιότητα που επέδειξε αρχικά ο Ιουλιανός, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την αποστροφή των χριστιανών προς το πρόσωπο του Παραβάτη αυτοκράτορα, εάν δεν αντιληφθούμε ότι επί Ιουλιανού ο χριστιανισμός υπέστη έναν πραγματικό διωγμό, έστω και διαφορετικό κατά τη μορφή από όλους τους προηγούμενους. Στους πρώτους αιώνες της ιστορίας του, ο χριστιανισμός είχε δοκιμάσει τους πλέον βίαιους και ανηλεείς διωγμούς, οι οποίοι όμως όχι απλώς δεν τον είχαν κλονίσει, αλλά αντιθέτως έμοιαζαν να τον έχουν στερεώσει ακόμη περισσότερο. Μη εξαπολύοντας τον διωγμό που πολλοί φοβούνταν, ο Ιουλιανός δεν απέστη των πεποιθήσεων του ότι ο χριστιανισμός έπρεπε να βγει από τη μέση. Απλούστατα, ο Ιουλιανός ήταν αρκετά ευφυής, ώστε να αντιληφθεί ότι ένας διωγμός δεν πετύχαινε τίποτε περισσότερο από το να προσφέρει στην Εκκλησία νέους μάρτυρες, οι οποίοι θα έδιδαν σε αυτή νέα δόξα. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν ο Ιουλιανός ότι δεν μπορούσε να προσδοκά να κλονίσει τον χριστιανισμό με διωγμούς σαν αυτούς των προκατόχων του Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οργάνωσε μεθοδικά και εξαπέλυσε ένα διωγμό διαφορετικό, ένα διωγμό έμμεσο και ύπουλο, ο οποίος, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού, απέφευγε συστηματικά να καταφύγει στη βία.

Κάτω από το προσωπείο της χρηστότητος και την υποκρισία της ανεξιθρησκείας, ο Παραβάτης αυτοκράτορας δεν παρέλειπε να χλευάζει και να περιθωριοποιεί συστηματικά τον χριστιανισμό. Παντού στους λόγους του, τα έργα του και τα διατάγματα του, ονόμαζε πλέον περιφρονητικά τους χριστιανούς «Γαλιλαίους», και προέτρεπε και όλους τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Απ’ αρχής μέχρι τέλους, το σχέδιο του Ιουλιανού ήταν σατανικό. Το κράτος δεν θα εδίωκε τους «Γαλιλαίους» όχι! Αντ’ αυτού, θα τους περιφρονούσε και θα τους ταπείνωνε· θα τους αντιμετώπιζε ως ανθρώπους ανόητους και αφελείς, διακηρύσσοντας όμως παράλληλα, εις ένδειξη δήθεν μεγαλοψυχίας και μετριοπάθειας, ότι όποιος επιθυμούσε να είναι ανόητος και αφελής, μπορούσε να είναι, χωρίς κανείς να τον εμποδίζει…

Η χριστιανική Εκκλησία, ανακουφισμένη από τη διάψευση των φόβων της για την κήρυξη διωγμού εις βάρος της, άρχισε σιγά-σιγά να διαπιστώνει κάποια πρώτα ανησυχητικά σημάδια. Για παράδειγμα, κατ’ εντολή του Ιουλιανού, στις αυτοκρατορικές εικόνες που τοποθετούνταν σε όλα τα δημόσια κτήρια ο αυτοκράτορας παριστανόταν πλέον εν μέσω τριών θεών, του Διός, του Άρη και του Ερμή: ο μεν Ζεύς φαινόταν σαν να κατεβαίνει από τον ουρανό και να του προσφέρει τα σύμβολα της βασιλείας, τον στέφανο και την αλουργίδα, ενώ ο Άρης και ο Ερμής έμοιαζαν να πιστοποιούν ο μεν την πολεμική αρετή του αυτοκράτορα, ο δε την παιδεία του. Οι νέες αυτές αυτοκρατορικές εικόνες έφεραν αυτομάτως τους χριστιανούς αντιμέτωπους με ένα δίλημμα: αν μεν τις προσκυνούσαν εις ένδειξη τιμής προς το πρόσωπο του αυτοκράτορα, όπως προβλεπόταν, θα προσκυνούσαν παράλληλα και τους θεούς που παριστάνονταν ζωγραφισμένοι σε αυτές· αν πάλι δεν τις προσκυνούσαν, κινδύνευαν να κατηγορηθούν ότι δεν απέδιδαν την πρέπουσα τιμή στην αυτοκρατορική αρχή. [250] Επρόκειτο δηλαδή για μία καλοστημένη παγίδα, η οποία όμως δεν ήταν τίποτε μπροστά σε αυτά που θα ακολουθούσαν.

Ακόμη και πίσω από το διάταγμα του Ιουλιανού για ανάκληση από την εξορία των εξορισθέντων από τον Κωνστάντιο χριστιανών ιερέων και επισκόπων, κρυβόταν μία απίστευτη δολιότητα. Ο Ιουλιανός μπορούσε να προβάλλει αυτό το διάταγμα ως μία κίνηση καλής θέλησης και ως μέρος μιας συνεπούς πολιτικής ανεξιθρησκείας· σε μία επιστολή του μάλιστα διατυπώνει την αξίωση ότι κανονικά οι «επικεφαλής των Γαλιλαίων», δηλαδή οι χριστιανοί Επίσκοποι, θα όφειλαν να αισθάνονται περισσότερη ευγνωμοσύνη προς αυτόν, παρά προς τον προκάτοχο του αυτοκράτορα Κωνστάντιο. [251] Φαινομενικά, είχε δίκιο· ο μεν Κωνστάντιος είχε υπογράψει διαταγές εξορισμού χριστιανών ιερέων και επισκόπων, ενώ ο ίδιος είχε ανακαλέσει όλες αυτές τις διαταγές και είχε δώσει σε όλους την ελευθερία να επιστρέψουν στις πόλεις τους.

Στην πραγματικότητα, πίσω από το διάταγμα του Ιουλιανού κρυβόταν μία απίστευτη μεθόδευση εις βάρος της Εκκλησίας. Οι έκπτωτοι επίσκοποι, οι οποίοι θα επέστρεφαν από την εξορία, ήταν απολύτως φυσικό να διεκδικήσουν εκ νέου τις επισκοπές που είχαν χάσει· οι επισκοπές όμως αυτές είχαν εν τω μεταξύ πληρωθεί από νέους επισκόπους· έτσι, οι παλαιοί επίσκοποι θα συγκρούονταν με τους νέους. Έτσι, στόχος της αμνηστίας, όπως σχολιάζει ο Glen Bowersock, ήταν να εξασθενίσει τη δύναμη των χριστιανών,[252] ενώ και ο Giuseppe Ricciotti παρατηρεί ευστοχότατα ότι ο Ιουλιανός πολεμούσε τον χριστιανισμό, ακολουθώντας το αρχαίο αξίωμα του «διαίρει και βασίλευε». [253] Το φαινομενικά αθώο διάταγμα του Ιουλιανού έσπερνε στην πραγματικότητα τον σπόρο της διχόνοιας, ο οποίος θα οδηγούσε την Εκκλησία σε έναν ολέθριο γι’ αυτήν εμφύλιο πόλεμο.

Έπειτα, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το θέμα των δογματικών διαφορών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εξορισθέντες ιερείς ή επίσκοποι ήσαν επικίνδυνοι αιρετικοί. Και εν πάση περιπτώσει, όπως εξηγεί ο Vasiliev, οι θρησκευτικοί ηγέτες που ανήκαν σε διαφορετικές θρησκευτικές παρατάξεις και είχαν αντιλήψεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους ήταν φυσικό να μην μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά, και να εμπλακούν γρήγορα σε πολύ σοβαρές αντιπαραθέσεις· φανερά, ο Ιουλιανός αποσκοπούσε ακριβώς σε αυτή την εξέλιξη, και ενώ φαινομενικά χορηγούσε θρησκευτική ελευθερία σε όλους, στην πραγματικότητα αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι η κίνηση του θα προκαλούσε στους κόλπους της Εκκλησίας τέτοια διχόνοια, ώστε κατόπιν η διχασμένη Εκκλησία να μην αποτελεί σοβαρή απειλή για τον παγανισμό. [254] Φαίνεται πως ο Ιουλιανός γνώριζε πολύ καλά μία πικρή αλήθεια, την οποία επισημαίνει χαιρέκακα ο εθνικός ιστορικός Αμμιανός: ότι ούτε ακόμη και τα θηρία δεν δείχνουν τόση αγριότητα, όση εκδηλώνουν οι χριστιανοί στις μεταξύ τους συγκρούσεις. [255]

Οι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς, οι οποίοι εγνώριζαν πλέον την εξέλιξη των γεγονότων, μπορούσαν να διακρίνουν εύκολα τις απώτερες επιδιώξεις του διατάγματος του Ιουλιανού. Ο Σωζομενός γράφει ότι ο Ιουλιανός δεν διέταξε την επιστροφή των εξορισθέντων, επειδή τους… «λυπήθηκε», αλλά είτε για να βυθίσει την Εκκλησία στην έριδα και τον εμφύλιο πόλεμο και να την απομακρύνει από τους «οικείους θεσμούς» της, είτε για να διαβάλει τον Κωνστάντιο. [256] Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο Ιουλιανός, επαναφέροντας στις θέσεις τους όσους είχαν κατηγορηθεί και καταδικασθεί για διάφορα ατοπήματα, επεδίωκε να δώσει την εξουσία στους χειρότερους, να ανατρέψει τους θεσμούς της Εκκλησίας και να προκαλέσει εσωτερικές συγκρούσεις, ώστε κατόπιν η Εκκλησία να είναι γι’ αυτόν εύκολο θύμα, εξασθενημένη καθώς θα ήταν από τον εμφύλιο πόλεμο. [257] ομοίως και ο Φιλοστόργιος σημειώνει πως ο Ιουλιανός, αντιλαμβανόμενος ότι το φρόνημα των χριστιανών θα ενισχυόταν μάλλον παρά θα κλονιζόταν με ένα διωγμό, μηχανεύθηκε έναν τρόπο να φέρει σε σύγκρουση τους έκπτωτους επισκόπους με τους ευρισκομένους εκείνη τη στιγμή στους επισκοπικούς θρόνους, ώστε η ευσέβεια να αμαυρωθεί από την ασχημοσύνη που θα χαρακτήριζε τις εμφύλιες συγκρούσεις των χριστιανών. [258]

Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η Εκκλησία μπόρεσε να καταλάβει αμέσως αυτό που χωρίς δυσκολία, όπως είδαμε, αντιλαμβάνονται οι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς. Προφανώς, χρειάσθηκε να περάσει κάποιος χρόνος, για να καταλάβουν οι χριστιανοί τις δόλιες μεθοδεύσεις του Ιουλιανού, και να συνηθίσουν σε αυτό το νέο είδος διωγμού, το οποίο εγκαινίασε ο Παραβάτης αυτοκράτορας. Σε αυτό το νέο είδος διωγμού, ο κυνηγός δεν κυνηγούσε πλέον φανερά το θήραμα του, άλλα έστηνε προσεκτικά και μεθοδικά τις παγίδες του, περιμένοντας κατόπιν υπομονετικά να έλθει το θήραμα από μόνο του και να πέσει σε αυτές.

Σημειωτέον ότι ο Ιουλιανός δεν περιοριζόταν στην περιφρόνηση και την ύπουλη υπονόμευση του χριστιανισμού, αλλά πολύ συχνά εκτρεπόταν και σε ευθείες ύβρεις, όπως για παράδειγμα στο ακόλουθο περιστατικό, που μνημονεύεται από πολλές πηγές:[259] Κάποτε, ενώ ο Ιουλιανός θυσίαζε στον βωμό της Τύχης, τον πλησίασε υποβασταζόμενος ο γηραιός και τυφλός επίσκοπος της Χαλκηδόνος της Βιθυνίας Μάρις, ο οποίος παρουσία όλων αποκάλεσε τον αυτοκράτορα «ασεβή», «αποστάτη» και «άθεο», εκτοξεύοντας εναντίον του μία σειρά από ύβρεις. Ο Ιουλιανός παρέμεινε ψύχραιμος, υποκρινόμενος τον φιλόσοφο, αλλά δεν απέφυγε να δείξει και τη μικρότητα του, χλευάζοντας την τυφλότητα του γέροντος επισκόπου και λέγοντας ειρωνικά: «Ούτε ο Γαλιλαίος σου Θεός δεν μπορεί να σε θεραπεύσει». Αλλά και ο Μάρις απάντησε με παρρησία: «Ευχαριστώ τον Θεό που μου στέρησε το φως, ώστε να μη σε βλέπω να έχεις εκπέσει σε τέτοιο σημείο ασεβείας».

Στην πρώτη περίοδο της βασιλείας του, ο Ιουλιανός φαίνεται ότι δεν έπαυε να προβάλλει υποκριτικά την αρχή της ανεξιθρησκείας ως θεμέλιο της θρησκευτικής του πολιτικής. Παράλληλα με την ανάκληση από την εξορία όλων των εξορισθέντων από τον Κωνστάντιο επισκόπων (δήθεν άνοιγμα προς τη χριστιανική Εκκλησία), ο Ιουλιανός διέταξε να ανοίξουν εκ νέου όλα τα ειδωλολατρικά ιερά που είχαν κλείσει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ή Κωνσταντίου (άνοιγμα προς την αρχαία θρησκεία). Αν η περιουσία τους είχε δοθεί στη χριστιανική Εκκλησία, αυτή ήταν υποχρεωμένη να την επιστρέψει. Αν κάποια ιερά είχαν γκρεμισθεί —ασχέτως του αν αυτό είχε γίνει από απλή έλλειψη πιστών— και εμπλέκονταν στην κατεδάφιση τους χριστιανοί (είτε ως αυτουργοί, είτε ως υποκινητές είτε ως παραλήπτες σχετικής διαταγής), ο Ιουλιανός διέτασσε τις κατά τόπους χριστιανικές Εκκλησίες να ανοικοδομήσουν οι ίδιες τα ειδωλολατρικά ιερά, ή διαφορετικά να καταβάλουν το κόστος για την ανοικοδόμηση τους! Υποτίθεται ότι αυτή η διαταγή αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της τάξεως. Τυχόν άρνηση όμως η αδυναμία των Εκκλησιών να εκτελέσουν την αυτοκρατορική διαταγή οδηγούσε σε δήμευση των περιουσιών τους, και επιπλέον σε συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια. [260] Κατά τ’ άλλα, βεβαίως, διωγμός δεν υπήρχε…

Γενικά, στην αρχή τουλάχιστον της βασιλείας του, ο Ιουλιανός έκρυβε τον διωγμό κατά του χριστιανισμού πίσω από το προσωπείο της επιεικείας και της χρηστότητος, αφήνοντας όμως με κάθε ευκαιρία να διαφανεί η προσωπική του τοποθέτηση και το μίσος του κατά του χριστιανισμού. Σε μία πολύ χαρακτηριστική επιστολή του, καλεί τις αντιμαχόμενες θρησκευτικές κοινότητες να συμφιλιωθούν, και κάνει έκκληση για την αποφυγή βίας και από τις δύο πλευρές, γράφοντας όμως κατά λέξιν: «Κανένας να μην εναντιώνεται στον άλλο ούτε να τον αδικεί, ούτε αυτοί που βρίσκονται στην πλάνη να αδικούν αυτούς που λατρεύουν ορθά και δίκαια τους θεούς σύμφωνα με τις πανάρχαιες παραδόσεις, ούτε εσείς που λατρεύετε τους θεούς να καταστρέφετε τα σπίτια ή να αρπάζετε τις περιουσίες αυτών που έχουν πλανηθεί μάλλον από άγνοια παρά από πρόθεση τους». Ο Ιουλιανός εξηγεί ότι πρέπει κανείς να πείθει τους ανθρώπους με τη λογική και να τους εξηγεί ποιο είναι το καλό, και όχι να ασκεί βία καταφεύγοντας σε κτυπήματα και ύβρεις και βασανιστήρια. Γι’ αυτό και κάνει έκκληση σε αυτούς που έχουν επιλέξει την «αληθινή θεοσέβεια» «να μη διαπράττουν καμία αδικία εις βάρος των Γαλιλαίων, ούτε να επιτίθενται εναντίον τους, ούτε να τους υβρίζουν», προσθέτοντας με νόημα ότι πρέπει κανείς να ελεεί μάλλον παρά να μισεί αυτούς που σφάλλουν περί το μέγιστον, που είναι η ευσέβεια. [261] Τα λόγια αυτά του Ιουλιανού είναι εξόχως ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο ο Παραβάτης αυτοκράτορας προσπάθησε να περιθωριοποιήσει τον χριστιανισμό κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του.

3. Η προσπάθεια τον Ιουλιανού για την πλήρη αποχριστιανοποίηση της αυτοκρατορίας

Είναι πραγματικά εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Ιουλιανός κατόρθωνε να συγκαλύπτει τον ανηλεή διωγμό που είχε εξαπολύσει κατά της χριστιανικής Εκκλησίας, αναμιγνύοντας επιδέξια το δηλητήριο με το μέλι· μόνο που, όσο περνούσε ο καιρός, η δόση του δηλητηρίου γινόταν όλο και μεγαλύτερη, καθώς ο αυτοκράτορας γινόταν όλο και πιο ανυπόμονος να επιτύχει τον αντικειμενικό του σκοπό: να αποκαθάρει πλήρως την αυτοκρατορία από το «μίασμα» του χριστιανισμού. Αν δεν σώζονταν μερικά αυθεντικά κείμενα του Ιουλιανού που μας αποκαλύπτουν όλη την αλήθεια, θα δυσκολευόμασταν να συλλάβουμε το μέγεθος της δολιότητος του Ιουλιανού, όπως επίσης θα δυσκολευόμασταν να καταλάβουμε και τους λόγους του μίσους των χριστιανών απέναντι σε έναν αυτοκράτορα ο οποίος, τουλάχιστον φαινομενικά, όπως είδαμε, υποτίθεται ότι προσπαθούσε να είναι δίκαιος προς όλους.

Σε μία επιστολή του προς τους κατοίκους της Έδεσσας της Μεσοποταμίας, για παράδειγμα, ο Ιουλιανός καυχάται ότι αντιμετωπίζει τους «Γαλιλαίους» με τέτοια πραότητα και φιλανθρωπία, ώστε κανένας σε κανένα σημείο να μην υφίσταται βία, ούτε να σύρεται στα εθνικά ιερά, ούτε να επηρεάζεται σε τίποτε άλλο παρά τη θέλησή του. [262] Αυτό είναι το «μέλι». Αμέσως όμως μετά ακολουθεί το «δηλητήριο»: Επειδή στην Έδεσσα οι οπαδοί του Αρείου έκαναν από φιλαργυρία πράγματα που δεν μπορούν να γίνονται σε μία ευνομούμενη πόλη (δεν προσδιορίζεται ποια ήσαν αυτά), και προκειμένου, όπως γράφει ο Ιουλιανός με ασύλληπτο σαρκασμό, να διευκολυνθούν οι χριστιανοί να ακολουθήσουν τον κατ’ αυτούς θείο νόμο και να παραιτηθούν από τα υπάρχοντα τους, για να εισέλθουν ευκολότερα στη βασιλεία των ουρανών, γι’ αυτό διατάσσεται η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Έδεσσας (προσοχή: εδώ δεν γίνεται πλέον λόγος μόνο για τους οπαδούς του Αρείου, αλλά για τη χριστιανική Εκκλησία), και όσοι τυχόν αντιδράσουν απειλούνται με φόνους, πυρπολήσεις και εξορίες! Παραθέτουμε το κείμενο, για του λόγου το αληθές:

«Επειδή λοιπόν ο θαυμασιώτατος νόμος τους λέει σ’ αυτούς να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντα τους, για να εισέλθουν με μεγαλύτερη ευκολία στη βασιλεία των ουρανών, γι’ αυτό, μιμούμενοι τους Αγίους τους, διατάξαμε να ληφθούν τα χρήματα της Εκκλησίας των Εδεσσηνών, για να δοθούν στο στράτευμα, και τα κτήματα να προστεθούν στη δική μας, αυτοκρατορική περιουσία, ώστε αυτοί, πενόμενοι, να σωφρονούν και να μη στερηθούν την ουράνια βασιλεία στην οποία ακόμη ελπίζουν. Και προειδοποιούμε εσάς τους κατοίκους της Έδεσσας να απέχετε από κάθε στάση και φιλονικία, για να μην κινήσετε εναντίον σας την ημετέρα φιλανθρωπία, και τιμωρηθείτε για διασάλευση της τάξεως με θάνατο και φωτιά και εξορία». [263]

Το κείμενο αυτό είναι πραγματικά απίστευτο, και αποκαλύπτει πόσος σαρκασμός, πόση κακία και πόσο αντιχριστιανικό μένος μπορούσαν να κρύβονται στην πολιτική του φαινομενικά πράου και μειλίχιου αυτοκράτορα. Ειλικρινά, δεν νομίζουμε ότι μπορεί κανείς να διαβάσει αυτό το κείμενο, και να μην πεισθεί ότι οι χριστιανοί έχουν κάθε δίκιο να νιώθουν την πιο μεγάλη αποστροφή για τον Ιουλιανό.

Η συμπεριφορά αυτή του Ιουλιανού δεν ήταν μία μεμονωμένη πράξη αδικίας. Ακόμη πιο απροκάλυπτη υπήρξε η επίθεση του Παραβάτη αυτοκράτορα ενάντια στη χριστιανική Καισαρεία της Καππαδοκίας, την οποία φιλοδόξησε να στερήσει από κάθε λάμψη και να την υποβιβάσει σε ένα απλό χωριό. Όπως διαβάζουμε στον Σωζομενό, ο Ιουλιανός «εξάλειψε την Καισαρεία από τον κατάλογο των πόλεων», αφαιρώντας της ακόμη και την τιμητική ονομασία που της είχε δοθεί στο παρελθόν προς τιμήν του Καίσαρος Κλαυδίου και δίδοντας της την παλαιά, βαρβαρική ονομασία Μάζακα, επειδή «μισούσε βαθύτατα τους κατοίκους της, που ήσαν όλοι χριστιανοί», και επειδή ο πληθυσμός της είχε παλιά γκρεμίσει τους ναούς του Διός και του Απόλλωνος, ενώ επί των ημερών του ιδίου είχε καταλυθεί και ο τελευταίος ειδωλολατρικός ναός που απέμενε στην πόλη, ο ναός της Τύχης· εξοργισμένος ο Ιουλιανός διέταξε τη δήμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Καισαρείας, επέβαλε βαρύτατους φόρους και απείλησε ότι, αν τα ιερά δεν ξανακτίζονταν αμέσως, δεν θα έπαυε να είναι οργισμένος με την πόλη και να την τιμωρεί, και δεν θα φειδόταν ούτε της ζωής των «Γαλιλαίων». [264] Οι απίστευτες αυτές πληροφορίες επιβεβαιώνονται από τον ίδιο τον εθνικό Λιβάνιο, ο οποίος μαρτυρεί ότι επί Ιουλιανού η μεγάλη Καισαρεία της Καππαδοκίας «εξώσθη τον των πόλεων καταλόγου» εξαιτίας της θρασύτητας με την οποία είχε φερθεί. [265] Και η Καισαρεία δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Στο τέλος, όπως παρατηρεί ο Giuseppe Ricciotti, η εχθρότητα του αυτοκράτορα απέναντι στις χριστιανικές πόλεις προσέλαβε ένα χαρακτήρα πραγματικού φανατισμού. [266]

Και σημειωτέον ότι τα παραπάνω δεν είναι παρά ένα ελάχιστον «δείγμα γραφής». Διότι ο Ιουλιανός δεν προχωρούσε απλώς στη λήψη κάποιων σπασμωδικών αντιχριστιανικών μέτρων, «βγάζοντας τα απωθημένα του» ενάντια στις χριστιανικές Εκκλησίες επιμέρους πόλεων της αυτοκρατορίας, όπως είδαμε να κάνει εδώ με την Εκκλησία της Έδεσσας και της Καισαρείας· στόχος του Ιουλιανού ήταν να ξεριζώσει πλήρως τον χριστιανισμό, και η νομοθεσία του Παραβάτη αυτοκράτορα προωθούσε αυτόν τον στόχο με απίστευτη μεθοδικότητα, δολιότητα και υποκρισία.

Έτσι, για παράδειγμα, ο Ιουλιανός εξέδωσε νόμο στον οποίο εξηγούσε πως ένας χριστιανός θα εμποδιζόταν από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις να επιβάλει την ποινή του θανάτου, εάν αυτό απαιτείτο· αλλά ένας έπαρχος, ο κυβερνήτης δηλαδή μιας επαρχίας της αυτοκρατορίας, θα χρειαζόταν από καιρού εις καιρόν να επιβάλει την ποινή του θανάτου για ορισμένα σοβαρά αδικήματα· επομένως, ο καθένας ήταν βεβαίως ελεύθερος να πιστεύει ό,τι ήθελε, πλην όμως η ιδιότητα του χριστιανού ήταν ασυμβίβαστη με το αξίωμα του έπαρχου, και στο εξής απαγορευόταν σε χριστιανούς να ανέρχονται σε αυτό το αξίωμα. [267] Πρακτικά, με αυτόν τον νόμο ο Ιουλιανός απέκλειε αυτομάτως τους χριστιανούς από τις ανώτερες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας, και εν ολίγοις έθετε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό στην υπηρεσία των σκοτεινών του σχεδίων!

Με άλλο νόμο του, τον οποίο γνωρίζουμε από τον Σωκράτη τον Σχολαστικό,[268] τον θεοδώρητο[269] και τον Ιωάννη Αντιοχέα,[270] ο Ιουλιανός απέκλειε τους χριστιανούς και από τον στρατό. Προφανώς, το σκεπτικό ήταν το ίδιο με αυτό του νόμου που μνημονεύσαμε παραπάνω: Το «ου φονεύσεις» και οι γενικότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις ενός χριστιανού θα τον εμπόδιζαν να αφαιρέσει τη ζωή άλλου ανθρώπου· αλλά ένας στρατιώτης ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές· προκειμένου λοιπόν να μην εξαναγκάζονται εκ των πραγμάτων οι χριστιανοί να παραβιάζουν τις αρχές στις οποίες πιστεύουν, στο εξής οι χριστιανοί θα εξαιρούνταν από το στράτευμα· και για να πιστοποιηθεί ότι αυτό θα τηρείτο, στο εξής κάθε στρατιώτης όφειλε να προσφέρει θυσίες στους θεούς της «πάτριας θρησκείας». Το σχέδιο του Ιουλιανού είναι βεβαίως φανερό: Όπως κάθε στυγνός δικτάτορας, ο Ιουλιανός αντιλαμβανόταν πολύ καλά τη σημασία του να έχει τον στρατό με το μέρος του, και με αυτό τον νόμο έβρισκε την πρόφαση και την ευκαιρία να απομακρύνει από τον στρατό κάθε χριστιανικό στοιχείο και να κάνει το στράτευμα πειθήνιο όργανο των μεθοδεύσεων του. Ο Ιουλιανός εξαίρεσε από τον γενικό αποκλεισμό των χριστιανών από το στράτευμα κάποιους μεμονωμένους, εγνωσμένης αξίας στρατιωτικούς αξιωματούχους, σύμφωνα με μία πάγια πρακτική του,[271] η οποία δεν ήταν παρά μία ελάχιστη παραχώρηση στην πολιτική του της αποχριστιανοποίησης, όμως του επέτρεπε να δίδει στις επιλογές του μία επίφαση αντικειμενικότητας: ο αυτοκράτορας πρόσταζε αυτό που ήταν γενικά καλό, αλλά παράλληλα ως δίκαιος βασιλεύς δεν παρέβλεπε κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις. Από μία ειρωνεία της τύχης, ωστόσο, οι διάδοχοι του Ιουλιανού στον αυτοκρατορικό θρόνο ήσαν στρατιωτικοί αξιωματούχοι που είχαν εξαιρεθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο από τις «εκκαθαρίσεις» του Ιουλιανού: ο Ιοβιανός ήταν αξιωματούχος της αυτοκρατορικής φρουράς, και ο Ουαλεντινιανός ήταν διοικητής της στρατιωτικής σχολής των ανακτόρων.

Ένα άλλο κείμενο του ιδίου του Ιουλιανού, η ΠΓ’ επιστολή του προς τον Ατάρβιο, είναι εξόχως ενδεικτικό του ύπουλου τρόπου με τον οποίο ο Παραβάτης αυτοκράτορας προωθούσε τα σχέδια του για εκρίζωση του χριστιανισμού. Σε αυτή την επιστολή, ο Ιουλιανός εκφράζει τη βούληση του να μη φονεύονται οι «Γαλιλαίοι», ούτε να βασανίζονται άδικα, ούτε να υφίστανται οποιοδήποτε άλλο κακό· παράλληλα, όμως, τονίζει ότι σε κάθε περίπτωση οι «θεοσεβείς» πρέπει να προτιμώνται από αυτούς, διότι, ενώ λόγω της μωρίας των «Γαλιλαίων» παρ’ ολίγον να ανατραπούν τα πάντα, αντίθετα η ευμένεια των θεών θα γίνει πρόξενος της σωτηρίας όλων. [272] Πρακτικά, δηλαδή, οι ειδωλολάτρες θα έπρεπε να προτιμώνται από τους χριστιανούς για κάθε θέση και σε κάθε περίπτωση…

Νομίζουμε ότι δεν είναι καθόλου υπερβολικό αυτό που γράφει για τον Ιουλιανό ο Θεοδώρητος, ότι δηλαδή «ο θεομισής νομοθετούσε προφανώς κατά της ευσέβειας». [273] Πράγματι, η αυτοκρατορική νομοθεσία προωθούσε μεθοδικά τον αντικειμενικό στόχο του Ιουλιανού για πλήρη εκρίζωση του χριστιανισμού και αποκατάσταση της «πάτριας» θρησκείας. Μετά μάλιστα από τις πρώτες, προσεκτικές νομοθετικές του ρυθμίσεις, οι οποίες απομάκρυναν τους χριστιανούς από όλες τις καίριες θέσεις, ο Ιουλιανός αποθρασύνθηκε και άρχισε σιγά-σιγά να αποβάλλει το προσωπείο, εκδηλώνοντας αυτό που ο Lorenz Bartenstein αποκαλεί «φανατικό και τυφλό μίσος κατά των αλλοθρήσκων». [274] Αυτός, ο καθ’ υπόκρισιν υποστηρικτής της ανεξιθρησκίας, δεν περιορίσθηκε στη με κάθε τρόπο έμμεση δίωξη του χριστιανισμού και στήριξη της ειδωλολατρίας, αλλά επέβαλε δια νόμου και βαρύτατα χρηματικά πρόστιμα σε όσους αρνούνταν να προσφέρουν θυσίες στους εθνικούς θεούς! Ο στόχος του ήταν διπλός: επεδίωκε δηλαδή να γονατίσει και να εκβιάσει τους χριστιανούς, γεμίζοντας παράλληλα τα ταμεία της αυτοκρατορίας, η οποία ετοιμαζόταν για πόλεμο κατά των Περσών. [275]

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι κατά τόπους άρχοντες, βρίσκοντας στην απόφαση του Ιουλιανού μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να πλουτίσουν οι ίδιοι, επέβαλλαν στους χριστιανούς ακόμη βαρύτερα χρηματικά πρόστιμα, μη διστάζοντας να φθάσουν μέχρι και την επιβολή σωματικών ποινών. [276] Ο αυτοκράτορας όχι απλώς ανεχόταν με προκλητική αδιαφορία αυτές τις καταχρήσεις εξουσίας, αλλά και όταν κάποιοι χριστιανοί πήγαν και του διαμαρτυρήθηκαν για την εις βάρος τους αδικία, τους είπε ειρωνικά:

«Εσείς λέτε ότι, όταν αδικείται κάποιος, πρέπει να υπομένει- γιατί τούτο είναι παράγγελμα του Θεού σας»[277]

Ενδεικτικό των μέσων που μετερχόταν ο Ιουλιανός, προκειμένου να εκβιάσει τους υπηκόους του να απαρνηθούν τον χριστιανισμό και να ασπασθούν την ειδωλολατρία, είναι και το εξής: Κάποτε οι Νισιβηνοί, κάτοικοι μιας απειλούμενης από τους Πέρσες συνοριακής πόλεως, έστειλαν στον αυτοκράτορα πρεσβεία, για να του ζητήσουν να τους βοηθήσει· ο Ιουλιανός όμως, γνωρίζοντας ότι οι Νισιβηνοί παρέμεναν πεισματικά χριστιανοί, και ούτε άνοιγαν τους ειδωλολατρικούς ναούς ούτε προσέρχονταν στα ιερά, όχι μόνο δεν δέχθηκε να τους βοηθήσει, αλλά και τους έδιωξε με απειλές, λέγοντας τους ότι δεν θα ξαναδεχόταν πρεσβεία τους αλλά ούτε και ο ίδιος θα πατούσε ποτέ στην «εναγή» πόλη τους, αν δεν μάθαινε πρώτα ότι είχαν ασπασθεί την ειδωλολατρία. [278]

Πέρα από τη λήψη πρακτικών μέτρων για την ταπείνωση των χριστιανών και την εξάλειψη της χριστιανικής πίστεως, ο επαιρόμενος για την παιδεία του Ιουλιανός αποφάσισε να αναλάβει και το εγχείρημα της θεωρητικής ανασκευής του χριστιανισμού, αφιερώνοντας σε αυτό ένα ειδικό σύγγραμμα υπό τον τίτλο Κατά Γαλιλαίων. [279] Το έργο αυτό δεν έχει σωθεί στο σύνολο του, μπορεί όμως να ανασυντεθεί σε μεγάλο βαθμό χάριν στην ανασκευή του περίπου εβδομήντα έτη αργότερα από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας. [280] Στο Κατά Γαλιλαίων έργο, ο Ιουλιανός αγωνίζεται να πείσει ότι η «σκευωρία των Γαλιλαίων είναι κατασκεύασμα ανθρώπων φτιαγμένο από κακουργία», το οποίο «δεν έχει τίποτε το θεϊκό» και απευθύνεται στο «φιλόμυθο και ανόητο μέρος της ψυχής»[281] Ο Λιβάνιος διαφημίζει το Κατά Γαλιλαίων έργο ως ανασκευή «των βιβλίων που κάνουν τον άνθρωπο από την Παλαιστίνη θεό και παιδί Θεού» με επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι τα όσα τιμούν οι χριστιανοί είναι γελοία και φληναφήματα, και φθάνει μέχρι του σημείου να γράφει ότι με αυτό ο Ιουλιανός ξεπέρασε ακόμη και τον Πορφύριο. [282] Στην πραγματικότητα, παρότι ο Ιουλιανός έκανε την αντιμετώπιση του χριστιανισμού σκοπό της ζωής του, το συγκεκριμένο αντιχριστιανικό σύγγραμμα του αποδείχθηκε πολύ κατώτερο των προσδοκιών που μπορούσε να έχει κάποιος από αυτό, καθώς ο Ιουλιανός όχι μόνο αδυνατεί να διακρίνει τι είναι το ουσιαστικό στον χριστιανισμό, αλλά και αποδεικνύεται εντελώς ανίκανος να αρθρώσει οποιονδήποτε πειστικό λόγο. Ίσως αυτό να οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι το εν λόγω σύγγραμμα γράφηκε σε συνθήκες πίεσης, στα ελάχιστα διαλείμματα που μπορούσε να βρει ο Ιουλιανός από τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας και τις πολεμικές προετοιμασίες. Και πάντως, ο Robert Browning έχει κάθε δίκιο να γράφει ότι το Κατά Γαλιλαίων είναι «ένα απογοητευτικό βιβλίο». [283] Αν επισκοπήσουμε τα όσα έχουμε δει μέχρι τώρα για την πολιτική του Ιουλιανού, θα διαπιστώσουμε ασφαλώς ότι, κάτω από την προσωπίδα της χρηστότητος και την υποκρισία της ανεξιθρησκείας, ο Παραβάτης αυτοκράτορας προσπαθούσε συστηματικά να υπονομεύει και να περιθωριοποιεί τον χριστιανισμό, να πείθει ή να εκβιάζει τους πιστούς να απαρνηθούν την πίστη τους, και να απομακρύνει με κάθε τρόπο τους χριστιανούς από τον κρατικό μηχανισμό και το στράτευμα, ώστε τίποτε να μην μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα δόλια σχέδια του. Μολονότι η τακτική του Ιουλιανού ήταν διαφορετική από την τακτική των παλαιών Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ο Jaeger ορθότατα κάνει λόγο για «συστηματικό διωγμό του χριστιανισμού». [284] Αλλά και ο Σωζομενός γράφει χαρακτηριστικά:

«Επομένως, από παντού συνάγεται ότι, όσον αφορά τους φόνους και την επινοητικότητα των σωματικών τιμωριών, ο Ιουλιανός υπήρξε μετριοπαθέστερος από τους προ αυτού διώκτες της Εκκλησίας, από κάθε άλλη όμως άποψη φοβερότερος». [285]

Οι χριστιανοί δεν άργησαν να αντιληφθούν τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του διωγμού, του τόσο διαφορετικού από τους διωγμούς των παλαιότερων Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως είδαμε, γράφει ότι ο Ιουλιανός «ξεπέρασε σε ασέβεια όλους τους βασιλείς»[286] ενώ ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει χαρακτηριστικά ότι «λυσσούσε εναντίον μας ο βασιλεύς ο δυσώνυμος», συγκαλύπτοντας τον διωγμό «εν επιεικείας πλάσματι»[287] και χαρακτηρίζει τον διωγμό του Ιουλιανού «πιο απάνθρωπο απ’ όλους όσοι είχαν γίνει ως τότε»[288] Μολονότι ο Ιουλιανός ουδέποτε κήρυξε ανοικτό διωγμό κατά της Εκκλησίας, όπως είχαν κάνει παλαιότερα για παράδειγμα ο Νέρων ή ο Διοκλητιανός, εν τούτοις οι Πατέρες της Εκκλησίας μας αποστρέφονται περισσότερο τον Ιουλιανό, παρά τον Διοκλητιανό ή τον Νέρωνα. Και αυτή η αποστροφή μας αποκαλύπτει κάτι πολύ σημαντικό: ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας θεωρούσαν τον ύπουλο και συγκεκαλυμμένο διωγμό του Ιουλιανού πολύ πιο φοβερό και επικίνδυνο από τα θηρία και τα βασανιστήρια.

4. Το άνοιγμα του Ιουλιανού προς τους Ιουδαίους

Ο πόλεμος του Ιουλιανού κατά της Εκκλησίας δεν περιορίσθηκε στις κινήσεις που μνημονεύσαμε παραπάνω. Αναζητώντας όλο και νέους τρόπους να πλήξει τον χριστιανισμό, ο Ιουλιανός αποφάσισε να κάνει ένα άνοιγμα προς τους παραδοσιακούς εχθρούς του χριστιανισμού, τους Ιουδαίους. Προχωρώντας μάλιστα πολύ πέρα από το απλό άνοιγμα, συνήψε μαζί τους μία ανίερη συμμαχία, την οποία γνωρίζουμε από πολλές πηγές, χριστιανικές και εθνικές,[289] και η οποία βεβαίως ελάχιστα μνημονεύεται από τους κατά καιρούς υμνητές του Ιουλιανού. Η συμμαχία αυτή του Ιουλιανού με τους Ιουδαίους ήταν από κάθε άποψη παράδοξη: Ο μεν αυτοκράτορας εμφανιζόταν ως ελληνολάτρης, ενώ οι Ιουδαίοι εθεωρούντο άσπονδοι εχθροί του ελληνισμού αυτό όμως ήταν λεπτομέρεια για τον Ιουλιανό, πρωταρχική επιδίωξη του οποίου δεν ήταν βεβαίως να προασπίσει τον ελληνισμό, αλλά να πλήξει με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο τον χριστιανισμό. [290] Όπως σχολιάζει ο Gibbon, οι Ιουδαίοι άξιζαν τη φιλία του αυτοκράτορα, χάρη στο απύθμενο μίσος τους για τον χριστιανισμό. Έτσι, ο δήθεν «ελληνολάτρης» Ιουλιανός προσπάθησε να προσεταιρισθεί τους Ιουδαίους, επιδιώκοντας να συγκροτήσει μαζί τους κοινό μέτωπο ενάντια στον χριστιανισμό, του οποίου αυτοί ήσαν φανατικοί πολέμιοι.

Το πρώτο άνοιγμα του Ιουλιανού προς τους Ιουδαίους έγινε υπό το πρόσχημα της ανεξιθρησκείας. Την ίδια στιγμή που τα διατάγματα του κατέφεραν συντονισμένα κτυπήματα κατά της χριστιανικής Εκκλησίας, ο Παραβάτης αυτοκράτορας ενεθάρρυνε τους Εβραίους να ασκούν την πατρογονική τους θρησκεία. Κάλεσε μάλιστα κοντά του μία αντιπροσωπεία επιφανών Ιουδαίων και τους ρώτησε γιατί δεν προσέφεραν θυσίες στον θεό τους, τη στιγμή που αυτό προβλεπόταν ρητώς στον μωσαϊκό νόμο και στην παράδοση τους. Και όταν οι Ιουδαίοι του απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να προσφέρουν θυσίες στον Θεό παρά μόνο μέσα στον ερειπωμένο πια ναό του Σολομώντος, ο Ιουλιανός έσπευσε να αναλάβει με δημόσια δαπάνη[291] το έργο της ανοικοδομήσεως τον ναού, μολονότι κατά ρητή δήλωση του εθνικού ιστορικού Αμμιανού το κόστος ήταν τεράστιο. [292] Ενώ ετοίμαζε την εκστρατεία του κατά των Περσών, έγραψε στους Ιουδαίους: «Θα ανεγείρω με κάθε προθυμία τον ναό του υψίστου Θεού». [293] Και για να καταστήσει σαφές ότι εννοούσε απόλυτα αυτό που έλεγε, εκταμίευσε αμέσως τα απαιτούμενα χρήματα και τα έθεσε στη διάθεση των Ιουδαίων, και έστειλε επί τόπου στα Ιεροσόλυμα τον προσωπικό του φίλο και συνεργάτη Αλύπιο, για να συντονίζει και να επιβλέπει προσωπικά την πορεία των έργων. Οι Ιουδαίοι, από την πλευρά τους, ρίχθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις στο έργο της ανοικοδομήσεως του ναού.

Η Πολύμνια Αθανασιάδη – Fowden κάνει λόγο για μία «γενναιόδωρη χειρονομία» του Ιουλιανού, που υπήρξε συν τοις άλλοις προϊόν πολιτικού υπολογισμού, καθώς ο Ιουλιανός θα έκρινε ασφαλώς σημαντική τη συμμαχία των Ιουδαίων εν όψει της σχεδιαζόμενης εκστρατείας του κατά των Περσών. [294] Ο ισχυρισμός αυτός, που επιχειρεί να συνδέσει την πρωτοβουλία για ανοικοδόμηση του ναού του Σολομώντος με έναν επιδέξιο διπλωματικό ελιγμό εν όψει του επικείμενου πολέμου, θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει κάποια βάση, αν δεν παρατηρούσαμε ότι κατά τ’ άλλα ο Ιουλιανός προχώρησε στην εκστρατεία κατά των Περσών εντελώς απερίσκεπτα και χωρίς την παραμικρή διπλωματική προετοιμασία, συμπεριφερόμενος υβριστικά ακόμη και εναντίον πολύτιμων συμμάχων όπως ήσαν οι Αρμένιοι. [295] Δεν είναι λοιπόν εύκολο να δούμε τη συμμαχία του Ιουλιανού με τους Ιουδαίους ως μέρος ενός σοφού διπλωματικού σχεδίου, το οποίο φανερά ο Ιουλιανός όχι μόνο δεν είχε, αλλά και περιφρονούσε πλήρως.

Μερικοί χριστιανοί συγγραφείς διατυπώνουν την υπόθεση ότι ο Ιουλιανός, ανοικοδομώντας τον ναό του Σολομώντος και πείθοντας τους Ιουδαίους να προσφέρουν εκεί θυσίες στον Θεό τους, φιλοδοξούσε να τους σύρει σιγά-σιγά στην ειδωλολατρία. [296] Χωρίς να αποκλείεται να υπήρχε πράγματι και αυτή η φιλοδοξία στο βάθος της σκέψης του Ιουλιανού, το βέβαιον είναι ότι ο Παραβάτης αυτοκράτορας μπορούσε να αποβλέπει και σε άλλα, πολύ πιο άμεσα και χειροπιαστά οφέλη: Πρώτ’ απ’ όλα, η ανοικοδόμηση του ναού του Σολομώντος θα έδιδε στους Ιουδαίους μία απτή απόδειξη της αυτοκρατορικής εύνοιας, η οποία ήταν εξ αρχής σίγουρο ότι θα αποθράσυνε τους Εβραίους και θα τους έδιδε την κάλυψη που ζητούσαν, για να αφήσουν να ξεσπάσει το μίσος τους κατά των χριστιανών σε εκδηλώσεις βίας. Όπως θα δούμε παρακάτω, ο Ιουλιανός επεδίωκε φανερά και ενεθάρρυνε ανοικτά τέτοιες εκδηλώσεις βίας εις βάρος των χριστιανών, καθώς έκρινε ότι αυτές εξυπηρετούσαν τα σχέδια του για αποχριστιανοποίηση της αυτοκρατορίας. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι επεδίωκε και με την ανίερη συμμαχία του με τους Ιουδαίους. Και πράγματι, όπως μας πληροφορεί ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, οι Ιουδαίοι δεν διέψευσαν τους υπολογισμούς του χριστομάχου αυτοκράτορα, και αναθάρρησαν σε τέτοιο βαθμό από την απροκάλυπτη αυτοκρατορική εύνοια, ώστε άρχισαν να απειλούν ανοικτά τους χριστιανούς ότι θα τους έκαναν όσα είχαν πάθει οι ίδιοι παλαιότερα από τους Ρωμαίους. [297]

Αλλά υπάρχει και μία ακόμη εξήγηση για τη σπουδή του Ιουλιανού να ανοικοδομήσει τον ναό του Σολομώντος. Όπως εξηγούν όλοι σχεδόν οι χριστιανοί συγγραφείς που περιγράφουν τα γεγονότα, ο Ιουλιανός βρήκε στην ανοικοδόμηση του ναού μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαψεύσει τον Χριστό, ο οποίος είχε προφητεύσει ότι δεν θα έμενε «λίθος επί λίθου» στον ναό του Σολομώντος. [298] Αυτή η παράμετρος, ακόμη και αν δεν υπήρχε καμία άλλη, θα αρκούσε να εξηγήσει την τόση σπουδή του Ιουλιανού να ανοικοδομήσει τον ναό· διότι βέβαια, αν ο ναός ανοικοδομείτο και η πρόρρηση του Χριστού διαψευδόταν, ο Ιουλιανός θα πετύχαινε μία περιφανή νίκη κατά του χριστιανισμού.

Το εκπληκτικό είναι ότι τελικά ο Ιουλιανός το μόνο που πέτυχε ήταν να αποδείξει το εντελώς αντίθετο από αυτό που επεδίωκε πάση δυνάμει να αποδείξει. Διότι τελικά το έργο της ανοικοδομήσεως του ναού δεν κατέστη δυνατόν να προχωρήσει, εξαιτίας κάποιων εκπληκτικών φυσικών καταστροφών, οι οποίες δημιούργησαν και στους πλέον δύσπιστους την πεποίθηση ότι ο Θεός δεν επιθυμούσε να προχωρήσει το έργο: Δεν είχαν καλά καλά προλάβει να ανοιχθούν τα θεμέλια, όταν μία μεγάλη νεροποντή τα σκέπασε κάτω από τόνους λάσπης· όταν κατόπιν οι εργασίες επαναλήφθηκαν, βίαιοι άνεμοι σκόρπισαν πολλά από τα οικοδομικά υλικά που είχαν συγκεντρωθεί· όταν οι εργασίες επαναλήφθηκαν εκ νέου και ήλθε η ώρα να μπουν τα πρώτα θεμέλια, η γη τραντάχτηκε από ισχυρότατο σεισμό και ξέρασε από τα σπλάγχνα της τις πέτρες, σωριάζοντας σε ερείπια και όλα τα παρακείμενα οικοδομήματα και προκαλώντας τον θάνατο πολλών από τους εργάτες, τους επόπτες του έργου και τους συγκεντρωμένους Ιουδαίους- και όταν λίγο μετά από αυτή την καταστροφή έγινε μία ακόμη προσπάθεια να προχωρήσει το έργο της ανεγέρσεως του ναού, φλόγες ξεπήδησαν ξαφνικά μέσα από τα θεμέλια και φόνευσαν τους εργάτες- λέγεται μάλιστα ότι μετά από αυτό οι Ιουδαίοι που ήσαν συγκεντρωμένοι εκεί γύρω είδαν το σημείο τον σταυρού να έχει σημαδέψει ανεξίτηλα τα ενδύματα τους. Όπως είναι φυσικό, οι εργασίες για την ανέγερση του ναού ανεστάλησαν.

Οι χριστιανοί συγγραφείς περιγράφουν με λεπτομέρειες αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, βλέποντας σε αυτά μία παρέμβαση του Θεού που ματαίωνε τα σχέδια του Παραβάτη αυτοκράτορα, και επιπλέον μία θεϊκή επίρρωση της προρρήσεως του Χριστού. [299] Βεβαίως, εξυπακούεται ότι θα μπορούσε κανείς να δώσει μία εντελώς φυσική εξήγηση σε αυτά τα γεγονότα, κάνοντας λόγο για πλημμύρα, σεισμό κ.τ.ο… , αλλά, ακόμη κι έτσι, όλη αυτή η «συνωμοσία» των στοιχείων της φύσεως ενάντια στα σχέδια του αυτοκράτορα έκαναν πολλούς να πιστεύουν ότι πίσω από τα γεγονότα της Ιερουσαλήμ κρυβόταν κάτι το υπερφυσικό. Και για να μη νομισθεί ότι αυτά τα γεγονότα ουδέποτε έγιναν, αλλά πρόκειται για μία προσπάθεια «πλαστογραφίας της ιστορίας» από τους χριστιανούς συγγραφείς, πρέπει να σημειωθεί ότι τα θαυμαστά αυτά γεγονότα πιστοποιούνται και από τον εθνικό ιστορικό και θαυμαστή του Ιουλιανού Αμμιανό, ο οποίος γράφει αναφερόμενος σε αυτά.

«Αλλά, μολονότι ο Αλύπιος προώθησε το έργο με ζήλο, συνεπικουρούμενος από τον κυβερνήτη της επαρχίας, τρομακτικές μπάλες φωτιάς έβγαιναν συνέχεια από τη γη κοντά στα θεμέλια του ναού, και έκαναν το μέρος απρόσιτο στους εργάτες, πολλοί από τους οποίους κάηκαν ζωντανοί και καθώς με αυτόν τον τρόπο τα στοιχεία της φύσεως τους πολεμούσαν επίμονα, το έργο ανεστάλη». [300]

Πολύ καιρό μετά τα θαυμαστά αυτά γεγονότα, όταν πλέον τα σχέδια του Ιουλιανού για αποκατάσταση του αρχαίου θρησκεύματος είχαν ματαιωθεί οριστικά, οι χριστιανοί έστρεφαν τη μνήμη τους στα γεγονότα αυτά των Ιεροσολύμων, και τα ερείπια μαρτυρούσαν το θαύμα, όπως διαβάζουμε και σε ένα λόγο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου:

«Ακόμη και σήμερα, αν έλθεις στα Ιεροσόλυμα, θα δεις γυμνά τα θεμέλια- και αν ρωτήσεις να μάθεις την αιτία, δεν θα ακούσεις καμία άλλη από αυτήν. Και μάρτυρες γι’ αυτό είμαστε όλοι εμείς- διότι αυτά τα γεγονότα συνέβησαν στην εποχή μας, όχι πριν από πολύ χρόνο». [301]

Ο Ιουλιανός δεν παραδειγματίσθηκε από αυτά τα γεγονότα. Και ενώ θα μπορούσε να είχε καταλάβει από τα θαυμαστά γεγονότα που είχαν ματαιώσει τα σχέδια του ενάντια σε τι πολεμούσε, αυτός «ουκ εβουλήθη συνιέναι», όπως παλαιότερα και ο παράνομος Ιούδας. Αντιθέτως, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Θεοδώρητος, η καρδιά του σκλήρυνε περισσότερο, όπως παλαιά η καρδιά του Φαραώ. [302]

5. Η ανοικτή ενθάρρυνση της βίας εις βάρος των χριστιανών

Μέχρι στιγμής έχουμε δει τον Ιουλιανό να αποφεύγει να λάβει κατά των χριστιανών βίαια μέτρα σαν αυτά των παλαιότερων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, και να συγκαλύπτει τον διωγμό κάτω από το προσωπείο της χρηστότητος και την πρόφαση της ανεξιθρησκείας. Δεν θα ήταν ωστόσο ακριβές να θεωρήσουμε ότι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης απείχε εντελώς από τη βία στην επίθεση του ενάντια στον χριστιανισμό. Στην πραγματικότητα, ο Ιουλιανός υποκρινόταν απλώς ότι αποδοκίμαζε τη βία, ενώ παράλληλα ενεθάρρυνε ανοικτά τους οπαδούς της ειδωλολατρίας να προβαίνουν σε κάθε λογής βιαιότητες ενάντια στους χριστιανούς.

Όπως εξηγεί ο Θεοδώρητος, ευθύς με το που έγιναν φανερές οι προθέσεις του Ιουλιανού για αποκατάσταση της «πάτριας θρησκείας», οι πόλεις γέμισαν από ταραχές· οι ειδωλολάτρες αναθάρρησαν, άρχισαν να επιδίδονται με ζήλο στις τελετές τους, και επιπλέον προκαλούσαν ανοικτά τους χριστιανούς· και όταν οι χριστιανοί ήλεγχαν την ειδωλολατρική πλάνη, οι ειδωλολάτρες, έχοντας την κάλυψη της αυτοκρατορικής αρχής, προέβαιναν σε κάθε λογής βιαιότητες εναντίον τους. [303] Ο Θεοδώρητος συμπληρώνει ότι «ο παμμίαρος βασιλεύς, ενώ έπρεπε να προνοεί για την ειρήνη των υπηκόων τον, εξερέθιζε ο ίδιος τις κοινότητες τη μία ενάντια στην άλλη». [304] Και βεβαίως εξυπακούεται ότι οι βιαιότητες εις βάρος των χριστιανών έμεναν ατιμώρητες, καθώς θεωρούνταν ως απολύτως νόμιμα αντίποινα για τα όσα είχαν υποστεί οι εθνικοί επί Κωνσταντίνου και Κωνσταντίου. Ο Ιωάννης ο Αντιοχεύς σημειώνει ότι ο Ιουλιανός έκλεινε τα μάτια σε όσα έκαναν οι ειδωλολάτρες. [305] Έτσι, ο συγκεκαλυμμένος διωγμός που εξαπέλυσε ο Ιουλιανός κατά του χριστιανισμού δεν ήταν σε καμία περίπτωση απηλλαγμένος από τη βία. Όπως σημειώνει ο Warren Treadgold, ο Ιουλιανός δεν διέταξε μεν ο ίδιος βία ενάντια στους χριστιανούς, αλλά δεν έπαιρνε κανένα μέτρο ενάντια σε άλλους που επιτίθεντο ενάντια στους χριστιανούς. [306] Κατά τον Giuseppe Ricciotti, δεν υπήρχε μεν επίσημα κηρυγμένος διωγμός, άλλα πολλοί χριστιανοί έπεφταν θύματα κακοποίησης και βίας στα χέρια παγανιστών που δρούσαν με τη σιωπηρή έγκριση των αρχών. [307] Ομοίως, ο Rem Braun παρατηρεί ότι, μολονότι οι χριστιανοί δεν υπέστησαν διωγμό με τη στενή έννοια του όρου, εν τούτοις, τουλάχιστον κατά τους δέκα τελευταίους μήνες της βασιλείας του Ιουλιανού,[308] υφίσταντο κάθε λογής ταραχές και ενοχλήσεις, και μάλιστα με τη δεδηλωμένη θέλησή του ιδίου του αυτοκράτορα. [309] Εξ ου και παρατηρήθηκε το παράδοξο που σημειώνει ο Σωζομενός, να εγκαταλείπουν οι χριστιανοί μαζικά τις πόλεις, χωρίς να υπάρχει επίσημα κηρυγμένος διωγμός εναντίον τους. [310]

Η ανοικτή υποστήριξη του Ιουλιανού σε ωμές βιαιότητες ενάντια στους χριστιανούς φαίνεται ήδη στη στάση που τήρησε στα γεγονότα της Αλεξανδρείας, τα οποία κορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Αρειανού Επισκόπου και παλαιού διδασκάλου του Γεωργίου. [311] Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στην περιοχή της Αλεξανδρείας υπήρχε ένας έρημος και παραμελημένος τόπος, σκουπιδότοπος πλέον, στον οποίο τελούνταν παλαιότερα λατρευτικές τελετές προς τιμήν του Θεού Μίθρα, το λεγόμενο Μιθρείον. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος είχε εκχωρήσει αυτή την περιοχή στους χριστιανούς, για να ανεγείρουν εκεί ναό. Πράγματι, οι χριστιανοί άρχισαν να καθαρίζουν τον τόπο, αλλά στην πορεία των εργασιών ανακάλυψαν σε μεγάλο βάθος ένα άδυτο, στο οποίο τελούνταν παλαιά μυστηριακές τελετές. Στο άδυτο αυτό βρήκαν πολλά παράδοξα λατρευτικά όργανα και ξόανα, μέχρι και κρανία ανθρώπων που είχαν θυσιασθεί στον Μίθρα. Όλα αυτά φάνηκαν αλλόκοτα και αποκρουστικά στους χριστιανούς, οι οποίοι άρχισαν να γυρνούν εν πομπή στους δρόμους της Αλεξανδρείας, επιδεικνύοντας τα ευρήματα και χλευάζοντας τις ανόητες και ειδεχθείς λατρευτικές τελετές των ειδωλολατρών. Οι εθνικοί της πόλεως εξοργίσθηκαν από αυτή την πρόκληση, και επιτέθηκαν με ό,τι όπλα τους βρίσκονταν ενάντια στους χριστιανούς, τραυματίζοντας πολλούς, σφάζοντας ακόμη περισσότερους, και φθάνοντας ακόμη και μέχρι το σημείο να σταυρώσουν κάποιους, χλευάζοντας τον σταυρικό θάνατο. Στην έξαρση των επεισοδίων ο όχλος των φανατισμένων εθνικών έσυρε τον επίσκοπο Γεώργιο έξω από την Εκκλησία, τον έδεσε σε μία καμήλα, τον κακοποίησε βάναυσα, και τέλος τον πυρπόλησε μαζί με την καμήλα.

Οι νόμοι και το κοινό αίσθημα επέτασσαν να παρέμβει ο αυτοκράτορας και να τιμωρήσει παραδειγματικά τους ένοχους, ή έστω να ξεκινήσει μία έρευνα για τα μάτια του κόσμου. Αντ’ αυτών, ο Ιουλιανός περιορίσθηκε σε μία χλιαρή επιστολή αποδοκιμασίας του φόνου, στην οποία εν τούτοις παρείχε πρακτικά πλήρη στήριξη στους πρωταιτίους των επεισοδίων. Πρόκειται για την Ξ’ Επιστολή του προς τον δήμο των Αλεξανδρέων, στην οποία ο αυτοκράτορας γράφει μεταξύ άλλων τα εξής πολύ χαρακτηριστικά:

«Αλλά ο Γεώργιος άξιζε να πάθει αυτά που έπαθε και ίσως ακόμη χειρότερα και φοβερότερα από αυτά, θα έλεγα εγώ και τα άξιζε και για τα όσα έπραξε σε σας, θα πείτε- συμφωνώ και εγώ αν όμως πείτε ότι άξιζε να τα πάθει από εσάς, σε αυτό πια διαφωνώ». [312]

Είναι φανερό ότι αυτή η δήθεν αποδοκιμασία πρακτικά κάλυπτε πλήρως τους δολοφόνους του Γεωργίου και τόσων άλλων χριστιανών. Ακόμη και ο Gibbon, ο οποίος, όπως είδαμε, περιβάλλει με μεγάλη εκτίμηση τον Ιουλιανό, παρατηρεί εν προκειμένω ότι η ανοικτή επιστολή του αυτοκράτορα «δίδει μία εναργέστατη απόδειξη του μεροληπτικού πνεύματος της διοικήσεως του». [313] Όπως σχολιάζει ο Glen Bowersock, είναι φανερό από την επιστολή του Ιουλιανού ότι η άρνηση του να επιβάλει κάποια τιμωρία για το έγκλημα οφειλόταν βασικά στην ικανοποίηση του ιδίου, που είχε βγει από τη μέση ένας «εχθρός των θεών». [314] Έτσι, το γεγονός ότι δεν ακολούθησε καμία απολύτως αναζήτηση ευθυνών και δεν επεβλήθη ούτε μία ποινή έκανε ακόμη πιο σαφές το μήνυμα που ήθελε να περάσει ο Παραβάτης αυτοκράτορας: Οι κάθε λογής βιαιότητες ενάντια στους χριστιανούς όχι απλώς δεν κολάζονταν, αλλά αντιθέτως τύγχαναν της πλήρους αυτοκρατορικής επιδοκιμασίας.

Αυτή η αυτοκρατορική επιδοκιμασία για τις βιαιότητες ενάντια στους χριστιανούς εκδηλωνόταν σε κάθε ευκαιρία. Όταν αργότερα ο Ιουλιανός θα γράψει το γνωστό έργο του Αντιοχικός ή Μισοπώγων απευθυνόμενος στους Αντιοχείς, οι οποίοι τον είχαν χλευάσει κατά την παραμονή του στην πόλη τους, τους φέρει το παράδειγμα των Εμισηνών, οι οποίοι είχαν πυρπολήσει τους τάφους των «Γαλιλαίων», και υπερηφανεύεται ότι ο ίδιος δεν στενοχώρησε κανέναν από αυτούς![315] Και παρακάτω στο ίδιο έργο αντιδιαστέλλει την αυθάδεια των Αντιοχέων με την αγάπη που έτρεφαν γι’ αυτόν οι γειτονικές της Αντιόχειας πόλεις:

«Εκείνες», γράφει, «φανερά με αγαπούν περισσότερο απ’ ότι τα δικά τους παιδιά, τα οποία ανοικοδόμησαν αμέσως τα τεμένη των θεών και κατέστρεψαν όλους τους τάφους των άθεων [δηλαδή των χριστιανών] με το σύνθημα που δόθηκε από μένα παλιά, επιδεικνύοντας τέτοιον ενθουσιασμό, ώστε να επιτεθούν ενάντια σε αυτούς που δεν τιμούν τους θεούς περισσότερο απ’ ότι ήθελα εγώ». [316]

Για μία ακόμη φορά, το μήνυμα που ήθελε να περάσει ο αυτοκράτορας είναι και εδώ σαφές: Η επίδειξη «υπερβάλλοντος ζήλου» στην καταπολέμηση του χριστιανισμού όχι μόνο δεν θα κολαζόταν, αλλά τουναντίον θα αποδείκνυε την αγάπη προς τον αυτοκράτορα όσων θα επεδείκνυαν αυτόν τον «υπερβάλλοντα ζήλο»!

6. Η στάση του Ιουλιανού απέναντι στον Αθανάσιο Αλεξανδρείας τον Μέγα

Το γεγονός ότι ο δήθεν χρηστοήθης Ιουλιανός στην πραγματικότητα υποκινούσε ευθέως κάθε λογής βιαιότητες ενάντια στους χριστιανούς φαίνεται άλλωστε και από τη στάση που αυτός τήρησε απέναντι στον στυλοβάτη της Ορθοδοξίας Μέγα Αθανάσιο. Ο Αθανάσιος επιτελούσε τόσο εκπληκτικό χριστιανικό έργο στην Αλεξάνδρεια, ώστε οι εθνικοί της πόλεως φέρονται να διεμήνυσαν στον αυτοκράτορα: «Αν μείνει ο Αθανάσιος, δεν θα μείνει ούτε ένας εθνικός- γιατί θα ελκύσει τους πάντες στις τάξεις των χριστιανών». [317] Αρχικά ο Ιουλιανός ανέχθηκε την παρουσία του Μεγάλου Αθανασίου, πολύ γρήγορα όμως εξεμάνη ενάντια σε αυτόν τον δυναμικό επίσκοπο, τον οποίο ο ίδιος σε επιστολή του αποκαλεί «πανούργο άνθρωπο» και «εντελή ανθρωπίσκο»,[318] αποκαλύπτοντας βεβαίως κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικό του μάλλον ποιόν. Ο Αθανάσιος έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος των εθνικών της Αλεξανδρείας, και αναγκάσθηκε επί μακρόν να κρύβεται, μέχρι του σημείου να εγκαταλείψει κάποτε την πόλη, διατηρώντας εν τούτοις ακέραια την αισιοδοξία του, και λέγοντας ότι «είναι ένα μικρό σύννεφο, και γρήγορα θα περάσει» [319]

Πίσω από αυτή την κατάσταση, που για πολλοστή φορά οδήγησε τον Μέγα Αθανάσιο στην εξορία, κρυβόταν στην πραγματικότητα ο δήθεν χρηστοήθης και καθ’ υπόκρισιν υπέρμαχος της ανεξιθρησκείας Ιουλιανός. Ο Σωζομενός παραδίδει ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέταξε να εξορισθεί ο Αθανάσιος, προειδοποιώντας σε διαφορετική περίπτωση με τις πιο μεγάλες τιμωρίες. [320] Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός πάλι μας γνωρίζει ότι και ο έπαρχος της Αλεξανδρείας είχε κινηθεί κατά του Αθανασίου «εκ προστάγματος βασιλικού», δηλαδή κατά διαταγήν του αυτοκράτορα. [321] Οι πληροφορίες αυτές έχουν εξαιρετική σημασία. Ευλόγως βεβαίως θα διερωτηθεί κανείς το εξής: Τι αξία μπορούν να έχουν πληροφορίες που προέρχονται από χριστιανικές πηγές, τη στιγμή που οι υμνητές του Ιουλιανού αμφισβητούν αυτήν ταύτην την αξιοπιστία των χριστιανών συγγραφέων, θεωρώντας αυτούς ως αδίστακτους συκοφάντες του «ευγενούς» Ιουλιανού; θα επαναλάβουμε εδώ αυτό που είπαμε και σε άλλη περίσταση: Μπορούν να αμφισβητηθούν πολλά, αλλά δεν μπορούν να αμφισβητηθούν τα πάντα· και η ακρίβεια των πληροφοριών του Σωζομενού και του Σωκράτους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, τη στιγμή που πιστοποιείται… από τον ίδιο τον Ιουλιανό.

Πιο συγκεκριμένα, είδαμε ότι κατά τον Σωζομενό ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέταξε να εξορισθεί ο Αθανάσιος, προειδοποιώντας σε διαφορετική περίπτωση με τις πιο μεγάλες τιμωρίες. Αν είχαμε αυτή την πληροφορία και μόνον, θα μπαίναμε στον πειρασμό να την αμφισβητήσουμε. Αλλά σώζεται μία επιστολή του ιδίου του Ιουλιανού, η ΡΙ΄ Επιστολή προς τους Αλεξανδρείς, στην οποία ο Παραβάτης αυτοκράτορας διατάσσει να εξορισθεί ο Μέγας Αθανάσιος την ίδια κιόλας ημέρα που θα έφθανε στην Αλεξάνδρεια η επιστολή «της ημετέρας ημερότητος», όπως γράφει φαιδρότατα ο «εστεμμένος φιλόσοφος», ο οποίος ευθύς κατόπιν σπεύδει να απειλήσει τους Αλεξανδρείς με «πολύ μεγαλύτερες και φοβερότερες τιμωρίες», σε περίπτωση που ο Αθανάσιος παρέμενε στην πόλη. [322] Ομοίως, είδαμε ότι κατά τον Σωκράτη τον Σχολαστικό ο έπαρχος της Αλεξανδρείας είχε κινηθεί κατά του Αθανασίου «εκ προστάγματος βασιλικού», δηλαδή κατά διαταγήν του αυτοκράτορα. Κανονικά, θα μπορούσε κάποιος κάλλιστα να αμφισβητήσει αυτή την πληροφορία, θεωρώντας τη συκοφαντική και υποβολιμαία. Για καλή μας τύχη όμως σώζεται η ίδια η επιστολή του Ιουλιανού προς τον έπαρχο της Αιγύπτου Εκδίκιο, με την οποία ο Παραβάτης αυτοκράτορας διατάσσει την εξορία του Μεγάλου Αθανασίου. Πρόκειται για μία πραγματικά εκπληκτική επιστολή, η οποία μας δείχνει ανάγλυφα το ήθος του υμνηθέντος ως «εστεμμένου φιλοσόφου». Ο Ιουλιανός αρχίζει την επιστολή του, επικρίνοντας τον Εκδίκιο ότι δεν του γράφει συχνά:

«Αν και δεν μας γράφεις για τις υπόλοιπες υποθέσεις, όφειλες όμως να μας γράψεις σχετικά με τον εχθρό των θεών Αθανάσιο, και τούτο μάλιστα τη στιγμή που έχεις πληροφορηθεί προ πολλού ήδη τις ορθές αποφάσεις μας» [323]

Και ο Ιουλιανός περνάει αμέσως σε ευθείες απειλές:

«Ορκίζομαι μα τον μέγα Σάραπιν ότι, αν ο εχθρός των θεών Αθανάσιος δεν φύγει από την Αλεξάνδρεια, μάλλον δε και από ολόκληρη την Αίγυπτο, πριν από τις καλένδες του Δεκεμβρίου, θα επιβάλω στη διοίκηση σου πρόστιμο εκατό λίτρων χρυσού και γνωρίζεις πόσο βραδύς είμαι στο να καταδικάζω κάποιον, αλλά ακόμη πιο βραδύς στο να υπαναχωρώ, άπαξ και καταδικάσω» [324]

Ο Ιουλιανός συνεχίζει αυτή την απίστευτη επιστολή γράφοντας ότι την τιμωρία θα την επιβάλει με το ίδιο του το χέρι —διότι αγανακτεί όταν τον περιφρονούν—,[325] και καταλήγει ως εξής:

«Μα τους θεούς όλους, τίποτε δεν θα έβλεπα, ή μάλλον δεν θα άκουγα με τόση χαρά ότι έπραξες, όσο το ότι εκδιώχθηκε από τη χώρα της Αιγύπτου ο Αθανάσιος, αυτός ο μιαρός, ο οποίος ετόλμησε κάτω από τη δική μου εξουσία να βαπτίσει χριστιανές Ελληνίδες συζύγους των επισήμων. Να καταδιωχθεί». [326]

Για όποιον αντιλαμβάνεται τι σημαίνει για έναν έπαρχο να λαμβάνει μία τέτοια επιστολή από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, είναι νομίζουμε φανερό ότι, όταν ο Σωκράτης ο Σχολαστικός γράφει ότι ο έπαρχος της Αλεξανδρείας εκινήθη κατά του Μεγάλου Αθανασίου «εκ προστάγματος βασιλικού», όχι απλώς δεν υπερβάλλει, αλλά αντιθέτως εκφράζεται και με μεγάλη επιείκεια. Η επιστολή του Ιουλιανού είναι κατ’ ουσίαν διαταγή για τη θανάτωση του Αθανασίου. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό εν προκειμένω το σχόλιο του Gibbon, ο οποίος παρατηρεί ότι σε αυτή την επιστολή ο θάνατος του Αθανασίου δεν διατασσόταν μεν ρητώς, αλλά ο έπαρχος της Αιγύπτου αφηνόταν να καταλάβει ότι ήταν ασφαλέστερο γι’ αυτόν να υπερβεί, παρά να αγνοήσει τις διαταγές του εξοργισμένου αυτοκράτορα. [327]

Όταν αργότερα ο Ιουλιανός πληροφορήθηκε ότι οι Αλεξανδρείς ζητούσαν επίμονα τον Αθανάσιο, απηύθυνε σε αυτούς μία εκτενή επιστολή. Σε αυτή γράφει μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος θεωρεί ντροπή το να δηλώνει κανείς από τους Αλεξανδρείς «Γαλιλαίος», και να προτιμά έτσι την εθελούσια δουλεία αντί για την εξουσία που είχαν οι παλαιοί Αιγύπτιοι πάνω στους Εβραίους και την οποία κληροδότησε σε αυτούς επί όλης της Αιγύπτου ο κτίστης της πόλεως τους, ο Μέγας Αλέξανδρος. [328] Μετά από μία έκκληση προς τους Αλεξανδρείς να επανακάμψουν προς την αλήθεια, αφήνοντας τη χριστιανική πλάνη,[329] ο Ιουλιανός φέρει τον λόγο στον Αθανάσιο, και τους ζητεί να ομονοούν και να παύσουν να ζητούν τον Αθανάσιο, συμπληρώνοντας μάλιστα ειρωνικά ότι μπορούν να ανεβάσουν στον επισκοπικό θρόνο και πολλούς άλλους εξίσου μοχθηρούς με αυτόν προσθέτει ότι, αν τους λείπει η εντρέχεια του πανούργου Αθανασίου, αυτή ακριβώς στάθηκε αιτία της εξορίας του, καθώς ένας πολυπράγμων άνθρωπος είναι εκ φύσεως ακατάλληλος να είναι επίσκοπος· και αν μάλιστα δεν πρόκειται για άνθρωπο, αλλά για «ευτελή ανθρωπίσκο» σαν τον Αθανάσιο, τότε αυτός μπορεί να αποτελέσει πηγή αταξίας για την πόλη· ο Ιουλιανός κλείνει την επιστολή του γράφοντας ότι, ακριβώς για να μην υποστούν οι Αλεξανδρείς τις συνέπειες μιας τέτοιας αταξίας, γι’ αυτό διέταξε να εξορισθεί ο Αθανάσιος από την Αλεξάνδρεια, και κατόπιν από ολόκληρη την Αίγυπτο. [330]

7. Από την ύπουλη επίθεση στον ανοικτό διωγμό

Τα παραπάνω καθιστούν απολύτως σαφές ότι ο Ιουλιανός δεν χλεύαζε απλώς αφ’ υψηλού τον χριστιανισμό, αλλά και κρυβόταν πίσω από ευθείες επιθέσεις και εκδηλώσεις ωμής βίας ενάντια στους χριστιανούς. Όσο μάλιστα περνούσε ο καιρός, και ο χριστιανισμός δεν έσβηνε, όπως προφανώς είχε ελπίσει ο Παραβάτης αυτοκράτορας, η βία γινόταν όλο και πιο άμεση, και το προσωπείο της χρηστότητος αφέθηκε στην άκρη.

Η Εκκλησία μας τιμά μία σειρά από μάρτυρες που μαρτύρησαν επί Ιουλιανού. Ο Ιωάννης Νικίου γράφει ότι ο Ιουλιανός έχυσε το αίμα πολλών χριστιανών, και επί των ημερών του καταδικάσθηκαν σε θάνατο πολλοί πιστοί. [331] Είναι βεβαίως δύσκολο να διακρίνουμε σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να αποδώσουμε αυτές τις θανατώσεις χριστιανών στον ίδιο τον Ιουλιανό και όχι στον υπερβάλλοντα ζήλο και τις αυθαιρεσίες τοπικών αρχόντων, αλλά είναι βέβαιον ότι υπήρξαν και χριστιανοί που πορεύθηκαν την οδό του μαρτυρίου κατά διαταγήν του ιδίου του Παραβάτη αυτοκράτορα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει, για παράδειγμα, ο άγιος Αρτέμιος, ο οποίος δεν δίστασε να ελέγξει με παρρησία τον Ιουλιανό για την αποστασία του από τον χριστιανισμό, προκαλώντας έτσι την οργή του αυτοκράτορα, ο οποίος τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, και τέλος διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Σε μία άλλη περίπτωση, όταν ο Ιουλιανός διέταξε τη δήμευση της περιουσίας της Εκκλησίας της Αντιοχείας και το κλείσιμο όλων των ναών, ο μόνος που του αντιστάθηκε ήταν κάποιος πρεσβύτερος Θεοδώρητος· ο αυτοκράτορας τον υπέβαλε σε βασανιστήρια, και τέλος διέταξε την εκτέλεση του. [332] Ένας άλλος μάρτυρας είναι ο Δομέτιος, ο οποίος μόναζε σε ένα σπήλαιο, και πλήθη ευσεβών χριστιανών συνέρρεαν να τον δουν και να ευλογηθούν από αυτόν ο Ιουλιανός του διεμήνυσε να μένει μεν στο σπήλαιο, αν θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα γινόταν αρεστός στον θεό του, αλλά να μην έρχεται σε επαφή με κανέναν και όταν ο Δομέτιος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την υπόδειξη του, ο Ιουλιανός έδωσε διαταγή να κτισθεί η είσοδος του σπηλαίου και να ταφεί ο μάρτυρας ζωντανός. [333] Δύο στρατιώτες ονόματι Ιοβεντίνος και Μαξιμίνος, οι οποίοι σε ένα συμπόσιο τόλμησαν να υβρίσουν τον Ιουλιανό ως «παράνομο και Αποστάτη» και να διακηρύξουν τη χριστιανική τους πίστη, θανατώθηκαν επίσης με την κατηγορία ότι ύβρισαν τον βασιλιά. [334]

Γενικά, η πολιτική του Παραβάτη αυτοκράτορα απέναντι στην Εκκλησία γινόταν όλο και πιο σκληρή και όλο και πιο βίαιη. Ο Robert Browning παρατηρεί ότι ο Ιουλιανός φαίνεται να είχε φθάσει στο συμπέρασμα πως τελικά αυτό που ήθελαν οι θεοί ήταν μία πολύ πιο θετική αντιχριστιανική πολιτική,[335] και ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος σχολιάζει ότι ο Ιουλιανός είχε αρχίσει σιγά-σιγά να εισέρχεται στον ολισθηρό και επικίνδυνο δρόμο της σκληρότητας απέναντι στον χριστιανισμό, ο οποίος ασφαλώς θα κατέληγε σε οδυνηρά αποτελέσματα για την υστεροφημία του, αν ο απρόοπτος θάνατος του δεν ανέτρεπε τους ανεδαφικούς θρησκευτικούς του οραματισμούς. [336] Οι ιστορικοί André Piganiol[337] και Joseph Bidez[338]αναγνωρίζουν ομοίως ότι κατά πάσα πιθανότητα πρόθεση του Ιουλιανού ήταν να εξαπολύσει ανοικτό διωγμό κατά των χριστιανών άμα τη επιστροφή του από την περσική εκστρατεία. Ο Edward Gibbon σχολιάζει ότι είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό ο ζήλος του Ιουλιανού θα είχε επικρατήσει πάνω στα ανθρώπινα αισθήματα του, αλλά προσθέτει ότι, με δεδομένη τη δύναμη και το φρόνημα της Εκκλησίας εκείνη την εποχή, είναι βέβαιον ότι ο αυτοκράτορας δεν θα κατάφερνε να εξαλείψει τη χριστιανική θρησκεία, πριν εμπλέξει τη χώρα του στη φρίκη ενός εμφυλίου πολέμου. [339]

Η δραματική αύξηση των κρουσμάτων βίας εις βάρος των χριστιανών και η σκλήρυνση της στάσεως του αυτοκράτορα είχαν θέσει την Εκκλησία σε συναγερμό, και υπήρχε διάχυτο το αίσθημα ότι, αν ο Ιουλιανός δεν είχε χάσει τη ζωή του στην εκστρατεία κατά των Περσών, αμέσως μετά από αυτήν θα απέβαλλε πλήρως κάθε προσωπείο και θα κήρυσσε ανοικτό πλέον πόλεμο ενάντια στον χριστιανισμό. Ο Θεοδώρητος Κύρρου γράφει ότι ο Παραβάτης αυτοκράτορας, βαυκαλιζόμενος από τους χρησμούς που προδιέγραφαν ένα θρίαμβο κατά των Περσών, ονειρευόταν τη νίκη, και «μετά την περσική μάχη σχεδίαζε τον πόλεμο προς τους Γαλιλαίους». [340] Ομοίως, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι, όταν ο αυτοκράτορας επρόκειτο να εκστρατεύσει κατά των Περσών, εκτόξευε μύριες απειλές κατά των χριστιανών, απειλώντας τους ότι μετά την επιστροφή του θα τους αφάνιζε όλους άρδην όπως σχολιάζει ο ιερός Χρυσόστομος, ο Ιουλιανός θεωρούσε την αντιμετώπιση του χριστιανισμού πόλεμο δυσκολότερο από την περσική εκστρατεία, και θεωρούσε τη νίκη του κατά των Περσών πρόκριμα για την ανάληψη του ακόμη μεγαλύτερου πολέμου κατά των χριστιανών. [341]

Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα αν αυτοί οι φόβοι θα γίνονταν πραγματικότητα, αν δηλαδή ο Ιουλιανός μετά την επιστροφή του από την περσική εκστρατεία θα εξαπέλυε πράγματι έναν ανοικτό διωγμό κατά του χριστιανισμού, όπως φοβούνταν οι χριστιανοί, αποβάλλοντας οριστικά κάθε προσωπείο. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή της βασιλείας του ο Ιουλιανός είχε προσπαθήσει, όπως είδαμε, να πολεμήσει τον χριστιανισμό με ένα διωγμό διαφορετικό από τους προηγούμενους, πιο ύπουλο αλλά και πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία. Πλην όμως, είδαμε ότι προϊόντος του χρόνου ο Παραβάτης αυτοκράτορας ολίσθαινε όλο και περισσότερο στον δρόμο της βίας. Το βέβαιον είναι ότι η πρώτη προτεραιότητα της πολιτικής του Ιουλιανού ήταν η κατά το δυνατόν πλήρης αποχριστιανοποίηση της αυτοκρατορίας. Ο Glen Bowersock παρατηρεί ότι, μ’ όλο που ο Ιουλιανός φάνηκε αρχικά να ανέχεται την παρουσία των χριστιανών στην αυτοκρατορία, ωστόσο στη σκέψη του δεν υπήρξε ποτέ άλλη λύση για το θρησκευτικό πρόβλημα από την πλήρη εξάλειψη τους,[342] και ο Rowland Smith συμφωνεί απολύτως με αυτή την εκτίμηση. [343] Και καθώς ο αυτοκράτορας έβλεπε ότι ο ύπουλος πόλεμος που είχε κηρύξει στον χριστιανισμό δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, γινόταν προϊόντος του χρόνου όλο και πιο ανυπόμονος. Η προσφυγή στη βία από εξαίρεση γινόταν ο κανόνας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η κήρυξη ενός ανοικτού διωγμού μετά την επιστροφή από την περσική εκστρατεία φαντάζει ως φυσική συνέχεια της μέχρι τότε πολιτικής του Παραβάτη αυτοκράτορα.

Σημειώσεις

[233] Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, σελ. 50.

[234] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 1,2. 4-6: «Εξαπίνης δε την θρησκείαν μεταβαλών, πρότερον χριστιανίζειν δοκών, αρχιερέα ωνόμαζεν εαυτόν και τοις Ελλήνων ναοίς εφοίτα και έθυε και τους υπηκόους ώδε θρησκεύειν έπειθε».

[235] Rowland Smith, Julian’s gods. Religion and philosophy in the thought and action of Julian the Apostate, σελ. 15.

[236] Αισώπου, Μύθοι, ed. A. Hausrath και Η. Hunger, Μύθος 199.

[237] Λιβανίου, Επιτάφιος επί Ιουλιανώ (Λόγος ΙΗ΄), ed. R. Foerster, 19. 1-5: «Και ήν μεν περί ταύτα έτερος, εσχηματίζετο δε τα πρόσθεν, ου γαρ εξήν φανήναι. Αίσωπος δε ενταύθα μύθον άν εποίησεν ουκ όνον λεοντή κρύπτων, αλλ’ όνου δορά τον λέοντα. Κακείνος ήδει μεν ά ειδέναι κρείτον, εδόκει δε τα ασφαλέστερα».

[238] Λιβανίου, Εις Ιουλιανόν αυτοκράτορα ύπατον (Λόγος ΙΒ΄), ed. R. Foerster, 34. 1-4: «Εκείνην εγώ την ημέραν αρχήν ελευθερίας τη γη καλώ και μακαρίζω τόπον ός την μεταβολήν εδέξατο, και τον της γνώμης ιατρόν».

[239] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε΄, ed. J-P. Migne, ΡG 48, 900.42-43: «Ιουλιανού γαρ, του πάντας ασεβεία τους βασιλέας νικήσαντος, [… ]».

[240] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΝΖ’, ed. J. Bidez, 3.

[241] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’. 18, 7.3-8.2.

[242] Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 166.

[243] Robert Browning, ό.π., σελ. 223.

[244] Glanville Downey, “The emperor Julian and the schools”, The Classical Journal 53.3 (1957), σελ. 98.

[245] Glanville Downey, “Themistius and the defence of Hellenism in the fourth century”, Harvard Theological Review 50 (1957), σελ. 261.

[246] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 2, 2.1-3.1: «Λέγεται γαρ ευθύς περιφανώς ούτως ανέδην απαρνήσασθαι την εις τον Χριστόν πίστιν, ως θυσίαις τισί και επικλήσεσιν, άς αποτροπαίους Έλληνες καλούσι, και αίματι σφαγίων την καθ’ ημάς βάπτισιν απονίψασθαι, τη μυήσει της εκκλησίας αποταξάμενον, και το εξ εκείνου ιδία τε και δημοσία εντόμοις και ιερείοις και τοις όσα θέμις εστίν αδεώς Έλλησι χρήσθαι». Γρηγορίου Ναζιανζινού, Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός πρώτος (Λόγος Δ’), ed. J.-P. Migne, PG 35, 576.27-32: «Και το μεν πρώτον αυτώ των τολμημάτων, ως οι τοις απορρήτοις εκείνου καλλωπιζόμενοι (εις οίους εμπίπτειν αναγκάζομαι λόγους!), αίματι μεν ουχ οσίω το λουτρόν απορρύπτεται, τη καθ’ ημάς τελειώσει την τελείωσιν του μύσους αντιτιθείς, ύς εν βορβόρω κυλισθείς, κατά την παροιμίαν».

[247] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 2, 1.1-2.1: «Κωνσταντίου δε τελευτήσαντος εις δέος διωγμών η Εκκλησία καθίστατο· και φοβερωτέραν της πείρας την προσδοκίαν εποιείτο τοις Χριστιανοίς ό τε δια μέσου πολύς χρόνος, αήθεις αυτούς καταστήσας των τοιούτων κινδύνων, και των πάλαι τιμωριών η ανάμνησις και το του κρατούντος περί το δόγμα μίσος».

[248] Σούδα, ed. Α. Adler, I 437.11-15: «Ότι επί τον Ιουλιανόν πολλαί δiκαί εχώρουν, χανδον εμφορουμένων των ανθρώπων της δικαιοσύνης του κρίνοντος· αναβολαί τε ουκ ήσαν επ’ αυταίς, όσαι νόμιμον εκ των συνήθων γραμμάτων το άδικον ίσχουσιν εις βοήθειαν των αδικούντων και προειληφότων».

[249] Rowland Smith, Julian’s gods. Religion and philosophy in the thought and action of Julian the Apostate, σελ. 210.

[250] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 17, 3.1-5.1:« Εν δε ταις δημοσίαις εικόσιν επιμελές εποιείτο παραγράφειν αυτώ Δία μεν οία γε εκ του ουρανού προφαινόμενον και στέφανον και αλουργίδα τα σύμβολα της βασιλείας παρέχοντα, Άρεα δε και τον Ερμήν εις αυτόν βλέποντας και καθάπερ τω οφθαλμώ επιμαρτυρούντας ως αγαθός είη περί λόγους και πολεμικός. Εκέλευσε δε ταύτα και όσα άλλα προς Ελληνικόν ορά σέβας παρεμμίγνυσθαι ταις εικόσιν, ώστε προφάσει της εις βασιλέα νενομισμένης τιμής λεληθότως προσκυνείν τοις συγγεγραμμένοις».

[251] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙΔ’. Βοστρηνοίς, ed. W. Bright, 1-3: «Ώιμην εγώ τους των Γαλιλαίων προστάτας έξειν μοι μείζονα χάριν η τω φθάσαντι προ εμού την αρχήν επιτροπεύσαι».

[252] Glen W. Bowersock, Julian the Apostate, σελ. 71.

[253] Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, σελ. 179.

[254] Alexander A. Vasiliev, History of the Byzantine empire, 324-1453, The University of Wisconsin Press, Madison, Wisc. 1952, σελ. 72-73.

[255] Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXII, 5, 4: “Quod agebat ideo obstinate, ut dissensiones augente licentia, non timeret unanimantem postea plebem, nullas infestas hominibus bestias, ut sunt sibi ferales plerique Christianorum expertus”.

[256] Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 5, 6.3-7.4: «Φαίνεται γαρ εν πάσιν αυτήν [ενν. την Εκκλησία] κακώς ποιήσας, πλην ότι τους αλλοτρίαν οικείν καταδικασθέντας ιερέας επί της Κωνσταντίου βασιλείας μετεκαλέσατο. Λέγεται δε μη φειδοί τη περί αυτούς ταύτα προστάξαι, αλλ’ ώστε ή υπό της προς αλλήλους έριδος εμφυλίω μάχη πολεμείσθαι την εκκλησίαν και των οικείων διαμαρτείν θεσμών, ή Κωνστάντιον διαβάλλων».

[257] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, ed. Μ. Schatkin, 120. 9-15: «Κακούργος δε ών και δεινός τους υπό των αρχόντων της εκκλησίας κεκολασμένους δι’ αμαρτίας τινάς και της αρχής εκβεβλημένους πάντας πάντοθεν ήφιε, τούτω τω τρόπω τοις τε πονηροτάτοις εξουσίαν διδούς και τους της εκκλησίας ανατρέπων θεσμούς και προς αλλήλους συγκρούων άπαντας· ευχειρώτους γαρ λοιπόν έσεσθαι πρότερον υπό του προς αλλήλους καταναλωθέντας πολέμου».

[258] Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ’ 4.12-19: «Συνιδών δε δια της τοσαύτης μανίας ουδέν ών εβούλετο περαινόμενον (μάλλον γαρ το Χριστιανών πολιορκούμενον επερρώνυτο φρόνημα), μηχανάται τους εν αιτίας εκβεβλημένους των επισκόπων και τους αντ’ εκείνων έχοντας τους θρόνους εις πόλεμον συρράξαι. Και δη πάσης εξουσίας εκατέρα μοίρα μετεδίδου πράττειν όσα και δυνατά αυτοίς είη εις την οικείαν σύστασίν τε και ωφέλειαν. Εξ ών εκείνοι προς αλλήλους συρρηγνύμενοι πολλήν ασχημοσύνην και μέμψιν, όπερ ήν τω αποστάτη σπούδασμα, προσετρίβοντο τη ευσεβεία».

[259] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 12. 1-11· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 4, 8.1-9-6· Γεωργίου Κεδρηνού, Σύνοψις ιστοριών, ed. I. Bekker, vol. I, 535.17-536. 3· Θεοφάνους Oμολογητού, Χρονογραφία, ed. C. De Boor, 48.13-16· Ιωάννου Ζωναρά, Επιτομή ιστοριών, ed. Th. Büttner-Wobst, 62.13-63.4.

[260] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 5, 5. 4-6.1: «[… ]τους τε καταβληθέντας νεώς επί της Κωνσταντίνου και Κωνσταντίου ηγεμονίας βιαζόμενος τους καθελόντας ανοικοδομείν ή τας υπέρ αυτών αποτιμήσεις εκτιννύειν. Εκ δε τούτων μηδέτερον επιτελείν δυνάμενοι, προσέτι δε κατά την αναζήτησιν των ιερών χρημάτων, ιερείς τε και κληρικοί και των άλλων Χριστιανών πολλοί χαλεπώς εβασανίζοντο και δεσμωτηρίοις ενεβάλλοντο».

[261] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙΔ’. Βοστρηνοίς, ed. J. Bidez, 56-68: «Και μηδείς εναντιούσθω μηδέ αδικείτω, μήθ’ οι πεπλανημένοι τοις ορθώς και δικαίως τους θεούς θεραπεύουσι κατά τα εξ αιώνος ημίν παραδεδομένα, μήθ’ οι θεραπευταί των θεών λυμαίνεσθαι ταις οικίαις ή διαρπάζετε των αγνοία μάλλον ή γνώμη πεπλανημένων. Λόγω δε πείθεσθαι χρη και διδάσκεσθαι τους ανθρώπους, ου πληγαίς ουδέ ύβρεσιν ουδέ αίκισμώ του σώματος. Αύθις δε και πολλάκις παραινώ τοις επί την αληθή θεοσέβειαν ορμωμένοις μηδέν αδικείν των Γαλιλαίων τα πλήθη, μηδέ επιτίθεσθαι, μηδέ υβρίζειν εις αυτούς. Ελεείν δε χρη μάλλον ή μισείν τους επί τοις μεγίστοις πράττοντας κακώς· μέγιστον γαρ των καλών ως αληθώς η θεοσέβεια, και τουναντίον των κακών η δυσσέβεια».

[262] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙΕ΄. <Εδεσσηνοίς>, ed. J. Bidez, 1-4: «Εγώ μεν κέχρημαι τοις Γαλιλαίοις άπασιν ούτω πράως και φιλανθρώπως, ώστε μηδένα μηδαμού βίαν υπομένειν μηδέ εις ιερόν έλκεσθαι μηδέ εις άλλο τι τοιούτον επηρεάζεσθαι παρά την οικείαν πρόθεσιν».

[263] Ιουλιανού, ό.π., 8-20: «Ουκούν επειδή αυτοίς υπό τον θαυμασιωτάτου νόμου προείρηται <τα υπάρχοντα προέσθαι> ίν’ εις την βασιλείαν των ουρανών ευοδώτερον πορευθώσι, προς τούτο συναγωνιζόμενοι τοις αγίοις αυτών, τα χρήματα της Εδεσσηνών εκκλησίας άπαντα εκελεύσαμεν αναληφθήναι δοθησόμενα τοις στρατιώταις, και τα κτήματα τοις ημετέροις προστεθήναι προβάτοις, ίνα πενόμενοι σωφρονώσι και μη στερηθώσιν ής έτι ελπίζουσιν ουρανίου βασιλείας. Τοις οικούσι δε την Έδεσσαν προαγορεύομεν απέχεσθαι πάσης στάσεως και φιλονεικίας, ίνα μη, την ημετέραν φιλανθρωπίαν κινήσαντες καθ’ υμών αυτών, υπέρ της των κοινών αταξίας δίκην τίσητε, ξίφει και πυρί και φυγή ζημιωθέντες».

[264] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 4,1.1-5.5: «Περί δε τον αυτόν χρόνον και την προς τω Αργαίω Καισάρειαν, μεγάλην και ευδαίμονα και μητρόπολιν ούσαν του Καππαδοκών κλίματος, εκ του καταλόγου των πόλεων εξήλειψεν ο βασιλεύς και της επωνυμίας του Καίσαρος αφείλετο, ής πάλαι έτυχεν επί Κλαυδίου Καίσαρος, Μάζακα το πριν ονομαζομένη. Εμίσει γαρ και πρότερον εξαίσιον μίσος τους αυτής οικήτορας ως πανδημεί χριστιανίζοντας και πάλαι καθελόντας τους παρ’ αυτοίς νεώς πολιούχου Διός και πατρώου Απόλλωνος· επεί δε και το της Τύχης, ό μόνον περιελήφθη, αυτού βασιλεύοντος προς των Χριστιανών ανετράπη, δεινώς απηχθάνετο πάση τη πόλει και εδυσφόρει. Και Έλληνας μεν, τους όντας ευαριθμήτους μάλα, εμέμφετο ως μη επαμύνοντας και, ει παθείν έδει τι, προθύμως υπέρ της Τύχης υπομείναντας. Πάντα δε τα χρήματα και τα κτήματα των εν Καισαρεία και υπό τους αυτής όρους εκκλησιών, ερευνώμενα μετά βασάνων, εις μέσον φέρεσθαι προσέταξεν, αυτίκα δε τριακοσίας λίτρας χρυσού τω ταμιείω εκτίσαι, κληρικούς δε πάντας εγγραφήναι τω καταλόγω των υπό τον άρχοντα του έθνους στρατιωτών, ό δαπανηρόν είναι σφόδρα και επονείδιστον εν ταις των Ρωμαίων στρατιαίς νομίζεται, το δε πλήθος των Χριστιανών συν γυναιξί και παισί απογράψασθαι και καθάπερ εν ταις κώμαις φόρους τελείν· ενορκών δε ηπείλησεν ως, ει μη τάχος τα ιερά ανεγείρωσιν, ου παύσεται μηνιών και κακώς ποιών την πόλιν, και ουδέ τας κεφάλας συγχωρήσει τους Γαλιλαίους έχειν (ώδε γαρ επιτωθάζων καλείν ειώθει τους Χριστιανούς)».

[265] Λιβανίου, Προς Αντιοχέας περί της του βασιλέως οργής (Λόγος ΙϚ΄), ed. R. Foerster, 14.1-7: «Ο δε ταύτην οκνών την υπερβολήν αφελών ά πόλεως εστί γνωρίσματα, κώμης σχήμα περιέθηκε. Βλέψατε δη εις την Καππαδοκίαν εκείνην. Εκεί πόλις ευδαίμων και λαμπρά και του δύνασθαι λέγειν επιμελουμένη και χειμάδιον βασιλεί γεγενημένη πολλάκις εξώσθη του των πόλεων καταλόγου δόξασά τι θρασύτερον ποιείν της εξουσίας».

[266] Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, σελ. 202.

[267] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 13.4-6: «Μήτε μην Χριστιανούς των επαρχιών άρχοντας γίνεσθαι, λέγων ως κελεύει νόμος μη χρήσθαι ξίφει κατά των άξια θανάτου πεπλημμεληκότων».

[268] Σωκράτους Σχολαστικού, ό.π., Γ’ 13.2-4: «Εκέλευε δε μηδέ κατά τα βασίλεια στρατεύεσθαι τους μη βουλομένους καταλιπείν μεν τον Χριστιανισμόν, επί το θύειν δε τοις αγάλμασιν έρχεσθαι».

[269] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 185.14-15: «μετά τούτον έτερον τέθεικε νόμον τους Γαλιλαίους κελεύων της στρατιάς εξελαύνεσθαι».

[270] Ιωάννου Αντιοχέως, Ιστορία χρονική, ed. K. Muller, απ. 179.10-13: «Και ποτε Χριστιανούς εκώλυσεν Ελληνικής παιδείας μεταλαμβάνειν, και προς την βασιλικήν δορυφορίαν στρατεύεσθαι».

[271] Βλ. παρακάτω σχετικά με το διάταγμα που απαγόρευε στους Χριστιανούς διδασκάλους να διδάσκουν την ελληνική παιδεία, σελ. 209.

[272] Ιουλιανού, Επιστολή ΠΓ΄. Αταρβίω, ed. J. Bidez, 1-7: «Εγώ μα τους θεούς ούτε κτείνεσθαι τους Γαλιλαίους ούτε τύπτεσθαι παρά το δίκαιον ουτ’ άλλο τι πάσχειν κακόν βούλομαι, προτιμάσθαι μέντοι τους θεοσεβείς αυτών και πάνυ φημί δειν· δια μεν γαρ την των Γαλιλαίων μωρίαν ολίγου δειν άπαντα ανετράπη, δια δε την των θεών ευμένειαν σωζόμεθα πάντες. Όθεν χρη τιμάν τους θεούς και τους θεοσεβείς άνδρας τε και πόλεις».

[273] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. L. Pannentier και F. Scheidweiler, 185.7-8: «Και γαρ προφανώς λοιπόν ο θεομισής κατά της ευσέβειας ενομοθέτει».

[274] Lorenz Bartenstein, Zur Beurteilung des Kaisers Julianus, Th. Burger, Bayreuth 1891, σελ. 53.

[275] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 13.22-29: «Τότε δε ο βασιλεύς Πέρσας αμύνεσθαι βουλόμενος, ανθ’ ών επί Κωνσταντίου την Ρωμαίων χώραν κατέδραμον, σπουδαίως δια της Ασίας επί τα εώα μέρη διέβαινεν. Ειδώς δε όσα πόλεμος έχει κακά, και ως πολλών δείται χρημάτων και άνευ τούτων ου κατορθούται, πανούργως επενόησε συλλέγειν τα χρήματα παρά των Χριστιανών. Τοις γαρ μη βουλομένοις θύειν επέθηκε χρηματικήν καταδίκην· και απαίτησις κατά των αληθώς Χριστιανιζόντων εγίνετο σύντονος· έκαστος γαρ κατά την ύπαρξιν αναλόγως εισέφερε».

[276] Σωκράτους Σχολαστικού, ό.π., Γ’ 14.18-22: «Οι μέντοι κατά τας επαρχίας άρχοντες, καιρόν οικείου κέρδους την του βασιλέως θρησκείαν νομίσαντες, πέρα των βασιλικών προσταγμάτων τους Χριστιανούς κακώς διετίθεσαν, χρήματα μεν πλείονα ή εχρήν εισπραττόμενοι, έστι δε ότε και σωματικάς τιμωρίας προσάγοντες».

[277] Σωκράτους Σχολαστικού, ό.π., Γ’ 14.22-25: «Ταύτα μανθάνων ο βασιλεύς περιεώρα, και τοις Χριστιανοίς περί τούτου προσελθούσιν αυτώ, “Υμέτερόν εστίν”, έλεγεν αυτοίς, πάσχοντας κακώς υπομένειν· τούτο γαρ του υμετέρου Θεού παράγγελμα”».

[278] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 3, 5.1-6.1: «Αμελεί τοι προσδοκώμενων τότε Περσών επιστρατεύειν, πρεσβευομένοις περί τούτον Νισηβηνοίς ως παντελώς χριστιανίζουσι και μήτε τους ναούς ανοίγουσι μήτε εις τα ιερά φοιτώσιν ηπείλησε μη βοηθείν μήτε πρεσβείαν δέχεσθαι και ως εναγούς της αυτών πόλεως μη επιβήσεσθαι πρότερον, ει μη πύθοιτο εις Ελληνισμόν μεταβαλόντας».

[279] Ιουλιανού, Κατά Γαλιλαίων, ed. C. J. Neumann, Juliani imperatoris librorum contra Christianos quae supersunt, Teuner, Leipzig 1880.

[280] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Προς τα του εν αθέοις Ιουλιανού, ed. P. Burguiere και P. Evieux, Cyrille d’Alexandrie. Contre Julien, tome 1. Livres 1 et 2, Sources Chrétiennes 322, Cerf, Paris 1985.

[281] Ιουλιανού, Κατά Γαλιλαίων, ed. C. G. Neumann, 163.1-6: «Καλώς έχειν έμοιγε φαίνεται τας αιτίας εκθέσθαι πάσιν ανθρώποις, υφ’ ων επείσθην, ότι των Γαλιλαίων η σκευωρία πλάσμα εστίν ανθρώπων υπό κακουργίας συντεθέν. Έχουσα μεν ουδέν θείον, αποχρησάμενη δε τω φιλομύθω και ανοήτω της ψυχής μορίω την τερατολογίαν εις πίστιν ήγαγεν αληθείας».

[282] Λιβανίου, Επιτάφιος επί Ιουλιανώ (Λόγος IΗ’), ed. R. Foerster, 178.1-8: «Τιού χειμώνος δε τας νύκτας εκτείνοντος άνευ πολλών και καλών ετέρων λόγων επιθέμενος ταις βίβλοις αί τον εκ Παλαιστίνης άνθρωπον θεόν τε και θεού παίδα ποιούσι, μάχη τε μακρά και ελέγχων ισχύι γέλωτα αποφήνας και φλήναφον τα τιμώμενα σοφώτερος εν τοις αυτοίς δέδεικτο του Τυρίου γέροντος. Ίλεως δε ούτος ο Τύριος είη και δέχοιτο γε ευμενώς το ρηθέν, ως άν υιέος ηττώμενος».

[283] Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 175. Αντίθετη είναι η αξιολόγηση του Jean Bouffartigue (L’empereur Julien et la culture de son temps, σελ. 379).

[284] Werner Jaeger, Early Christianity and Greek paideia, The Belknap Press of Harvard University Press / Oxford University Press, Cambridge, Massachussets / London 1962, σελ. 71.

[285] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 5,6.1-3: «Ώστε πανταχόθεν συμβαλείν εστί φόνων μεν ένεκα και περινοίας των εις το σώμα τιμωριών μετριώτερον αυτόν γενέσθαι των προ του διωξάντων την εκκλησίαν, εν δε τοις άλλοις χαλεπώτερον».

[286] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε΄, ed. J.-P. Migne, PG 48,900.42-43: «Ιουλιανού γαρ, του πάντας ασέβεια τους βασιλέας νικήσαντος, [… ]».

[287] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Eις Καισάριον τον εαυτού αδελφόν επιτάφιος (Λόγος Z’), ed. F. Boulenger, ια’ 3.1-9:« Ελύσσα καθ’ ημών βασιλεύς ο δυσώνυμος, και καθ’ εαυτού πρώτον μανείς, εκ της εις Χριστόν αθετήσεως αφόρητος ήδη και τοις άλλοις ήν, ούδ’ εν ίσω τοις λοιποίς χριστομάχοις μεγαλοψύχας απογραφόμενος την ασέβειαν, αλλά κλέπτων τον διωγμόν εν επιεικείας πλάσματι, και κατά τον σκολιόν όφιν, ός την εκείνου κατέσχε ψυχήν, παντοίαις μηχαναίς υποσπών τους αθλίους εις το εαυτού βάραθρον».

[288] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εις τον Μέγαν Αθανάσιον επίσκοπον Αλεξανδρείας (Λόγος ΚΑ΄), ed. J.-P. Migne, PG 35, 1120.33-37: «Και διωγμόν εννοεί των πώποτε γεγενημένων απανθρωπότατον, όσω το πιθανόν τη τυραννίδι μίξας (εφθόνει γαρ τοις πάσχουσι και της επί τοις άθλοις τιμής), αμφίβολον εποίει και το της ανδρείας φιλότιμον».

[289] Σχετικά με την παράδοξη συμμαχία του Ιουλιανού με τους Εβραίους βλ. Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 20.1 κ.ε.· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez καί G. C. Hansen, E’ 22, 1.1 κ.ε.· Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 198.15 κ.ε.· Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Z’ 9· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος E’, ed. J.-P. Migne, PG 48, 901.18 κ.ε.· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, ed. Μ. Schatkin, 119.9 κ.ε.· Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν, ed. R. Η. Charles, LXXIX. 1-2· Μαρτύριον Αγίου Αρτεμίου, νη΄, PG 96,1305.19 κ.ε.· Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXIII, 1, 2-3.

[290] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 453.

[291] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 20. 16-17: «του δε βασιλέως εκ δημοσίων την δαπάνην παρασχεθήναι κελεύσαντος»· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 22, 4.5-5.1: «χρήματα δους κοινά εκέλευσεν εγείρειν τον νεών και τοις προγόνοις επίσης θρησκεύειν»· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, ed. M. Schatkin, 119.17-18: «τούτο ποιείν κελεύει χρήματα από των ταμείων λαβόντας των βασιλικών»· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε’, ed. J.-P. Migne, PG 48, 901.18: «ο δε και χρήματα ανήλωσε»· Μαρτύρων Αγίου Αρτεμίου, ξη΄, PG 96, 1316.36-39: «εσπούδαζε μάλιστα τον ναόν οικοδομείν, προστάξας εκ των δημοσίων πραγμάτων τε και χρημάτων ποιείσθαι πάσαν την της οικοδομής έξοδον»· Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ΄ 9.5-7: «Ο μεν γαρ τους πανταχή συναγείρας Ιουδαίους και οίκοθεν χρήματα και δύναμιν άλλην παρασχών, ανακαινίζειν επέτρεπεν το ιερόν»· Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXIII, 1, 2: “Et licet accidentium varietatem sollicita mente praecipiens, multiplicatos expeditionis apparatus flagranti studio perurgeret, diligentiam tamen ubique dividens, imperiique sui memoriam, magnitudine operum gestiens propagare, ambitiosum quondam apud Hierosolymam templum, quod post multa et intemeciva certamina, obsinente Vespasiano, posteaque Tito, aegre est expugnatum, instaurare sumptibus cogitabat immodocis, negotiumque maturandum Alupio dederat Antiochensi qui olim Britannias curaverat pro praefectis”.

[292] Ammiani Marcellini, ό.π.

[293] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΛΔ’. Ιουδαίοις, ed. J. Bidez: «Ανεγείρω γαρ μετά πάσης προθυμίας τον ναόν του Υψίστου uεού».

[294] Polymnia Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism. An intellectual biography, σελ. 164.

[295] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ϛ΄ 1, 2.3-3.8.

[296] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε’, ed. J.-P. Migne, PG 48, 901.22-23: «προσδοκών εκείθεν επί την των ειδώλων θεραπείαν ήξειν ραδίως»· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 22, 3.1-2: «Ίσως δε και προς Ελληνισμόν και θυσίας ετοιμότερον αυτούς επάγεσθαι ώετο».

[297] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 20.13-16: «φοβερούς δε τοις Χριστιανοίς επεδείκνυσαν εαυτούς, ηλαζονεύοντό τε κατ’ αυτών, επαπειλούντες τοσαύτα ποιήσειν, όσα αυτοί παρά Ρωμαίων πάλαι πεπόνθασι».

[298] Ματθαίος, κδ΄ 2· Μάρκος, ιγ΄ 2· Λουκάς κα΄ 6. Για τις μαρτυρίες των χριστιανών συγγραφέων βλ.: Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε΄ 22,6.3-5: «υπολαβόντες δύνασθαι κατορθούν το εγχείρημα και ψευδείς απελέγξαι του Χριστού τας προρρήσεις»· Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 198.20-199.1: «παραυτίκα προσέταξεν ο θεομισής ανεγείραι τον καταλυθέντα νεών, την δεσποτικήν υπολαμβάνων ο μάταιος πρόρρησιν διελέγχειν»· Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ΄ 9.1-5: «Ότι τους του σωτήρος χρησμούς, οι την Ιερουσαλήμ ανατετράφθαι λέγουσιν ώστε μηδέ λίθον επί λίθω μείναι, τούτους ο αποστάτης εις ψεύδος ελέγχειν διανοηθείς, ου μόνον ουδέν ήνυσεν ων εσπούδασεν, αλλά το εν τοις χρησμοίς, ει και άκων, εβεβαίωσεν αμετάπτωτον»· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε΄, ed. J.-P. Migne, PG 48, 901.7-9: «ομού τε ελπίζων ο μεμηνώς και ανόητος του Χριστού περιγράφειν την απόφασιν, την ουκ εώσαν αναστήναι τον ναόν εκείνον»· Μαρτύριον Αγίου Αρτεμίου, ξη΄, PG 96,1316.35-37: «Θέλων ουν ο παράνομος τας του Χριστού φωνάς ψευδείς αποδείξαι, εσπούδαζε μάλιστα τον ναόν οικοδομείν».

[299] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 20. 19-44· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 22, 7.1-14. 4· Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 199.10-200.6· Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ’ 9, Z’ 9a· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε’, ed. J.-P. Migne, PG 48, 901. 26-47· Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, ed. Μ. Schatkin, 119. 22-27· Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν, ed. R. Η. Charles, LXXIX.2· Μαρτύριον Αγίου Αρτεμίου, ξη’, PG 96, 1316.39-1317.4.

[300] Ammiani Marcellini, Rerum gestarum libri qui supersunt, ed. John C. Rolfe, XXIII, 1,3: “Cum itaque rei idem fortiter instaret Alypius, iuvaretque provinciae rector, metuendi globi flammarum prope fundamenta crebris assultibus erumpentes, fecere locum exustis aliquotiens operantibus inaccessum, hocque modo elemento destinatius repellente, cessavit inceptum”.

[301] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων, Λόγος Ε’, ed. J.-Ρ. Migne, PG 48, 901.43-47: «Και νυν εάν έλθης εις Ιεροσόλυμα, γυμνά όψει τα θεμέλια· και την αιτίαν ζήτησης, ουδεμίαν αλλ’ ή ταύτην ακούσεις. Και τούτου μάρτυρες ημείς πάντες· εφ’ ημών γαρ, ου προ πολλού ταύτα γέγονε χρόνου».

[302] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 200.5-6: «Ταύτα ήκουσε μεν Ιουλιανός, παρά πάντων γαρ ήδετο, τω δε Φαραώ παραπλησίως την καρδίαν εσκλήρυνεν». Πρβ. Έξόδ., δ’ 21,ζ’ 3, ζ’ 22, η’ 15, θ’ 12, θ’ 35, ι’ 1, ι’ 20, ι’ 27, ια’ 10, ιγ’ 15, ιδ’ 4, ιδ’ 8, ιδ’ 17.

[303] Θεοδωρήτου Κύρρου, ό.π., 181.15-182.2.

[304] Θεοδωρήτου Κύρρου, ό.π., 182.2-3: «Ο γαρ παμμίαρος βασιλεύς, δέον προμηθείσθαι της των αρχομένων ειρήνης, αυτός τους δήμους κατ’ αλλήλων εξέμηνε».

[305] Ιωάννου Αντιοχέως, Ιστορία χρονική, ed. K. Muller, απ. 179.9-10: «Άλλα πολλά των πραττομένων υπό των ελληνίζειν δοκούντων παρεώρα».

[306] Warren Treadgold, A history of the Byzantine state and society, Stanford University Press, Stanford, California 1997, σελ. 60.

[307] Giuseppe Ricciotti, Julian the Apostate, σελ. 182.

[308] Πρακτικά, δηλαδή, καθ’ όλη τη βασιλεία του Ιουλιανού, με την εξαίρεση των τεσσάρων πρώτων μηνών· διότι από τα μέσα Δεκεμβρίου του 361 που ο Ιουλιανός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 363 που άφησε πίσω του την Αντιόχεια και κίνησε για την περσική εκστρατεία, μεσολαβεί ένα διάστημα μόλις δεκατεσσάρων μηνών.

[309] René Braun, “Julien et le christianisme”, εν René Braun και Jean Richer (eds), L’empereur Julien. De l’histoire à la légende, 331-1715, Les Belles Lettres, Paris 1978, σελ. 174.

[310] Σωζομενού, Εκκλησιαστική iστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 15, 13.1-6: «Τοιαύτα δε πολλά και αλλαχόσε συμβήναι εικός, τα μεν κατά πρόσταγμα του βασιλέως, τα δε εξ οργής και προπετείας δήμων· εφ οις και ούτως τω κρατούντι την αιτίαν τις αναθήσει των γεγενημένων· ον γαρ υπήγε τοις νόμοις τους ώδε παρανομούντας, αλλά μίσει τω προς την θρησκείαν μέμφεσθαι λόγοις δοκών έργοις προυτρέπετο τους τα τοιαύτα δρώντας· όθεν και μη διώκοντος αυτού κατά πόλεις και κώμας έφευγον οι Χριστιανοί».

[311] Περί των γεγονότων της Αλεξανδρείας βλ. Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 2.1-3.62· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 7, 5-8· Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. F. Winkelmann post J. Bidez, Ζ’ 2.

[312] Ιουλιανού, Επιστολή Ξ’. Αλεξανδρέων τω δήμω, ed. J. Bidez, 42-46: «Αλλά Γεώργιος άξιος ήν τον τοιαύτα παθείν· και τούτων ίσως εγώ φαίην άν χείρονα και πικρότερα· και δι’ υμάς, ερείτε· σύμφημι και αυτός· παρ’ υμών δε ει λέγοιτε, τούτο ουκέτι συγχωρώ».

[313] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 473.

[314] Glen W. Bowersock, Julian the Apostate, σελ. 80.

[315] Ιουλιανού, Αντιοχικός ή Μισοπώγων, ed. C. Lacombrade, 28. 19-21: «Εμισηνοί Χριστόν επόθουν οι πυρ εμβαλόντες τοις τάφοις των Γαλιλαίων; ελύπησα δε εγώ τίνας Εμισηνών πώποτε;».

[316] Ιουλιανού, ό.π., 33. 4-10: «όν εύ οιδ’ ότι φιλούσιν εκείναι μάλλον ή τους εαυτών υιέας, οι τα μεν των θεών ανέστησαν αυτίκα τεμένη, τους τάφους δε των άθεων ανέτρεψαν πάντας, υπό του συνθήματος, ό δη δέδοται παρ’ εμού πρώην, ούτως επαρθέντες τον νουν και μετέωροι γενόμενοι την διάνοιαν, ως και πλέον επεξελθείν τοις εις τους θεούς πλημμελούσιν ή βουλομένω μοι ήν».

[317] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 185.22-23: «Ει Αθανάσιος μένοι, ουδείς Έλλην μένει· απαντάς γαρ εις τον οικείον μεταστήσει χορόν». Πρβ. Γεωργίου μοναχού, Χρονικόν, ed. C. de Boor, 518.6-10: «Καντεύθεν οι τη πλάνη των ειδώλων δεδουλωμένοι βουλήν εισηγήσαντο προς τον βασιλέα ως ουκ άλλως περιέσεσθαι των χριστιανών, ει μη Αθανασίου απαλλαγείεν άτε δη θεμελίου όντος της κατ’ αυτών εκκλησίας».

[318] Ιουλιανού, επιστολή ΡΙΑ’. Αλεξανδρεύσιν, ed. J. Bidez, 73-80: «Ει δε της άλλης εντρεχείας ερώντες Αθανασίου (πανούργον γαρ είναι τον άνδρα πάλαι πυνθάνομαι) ταύτας εποιήσασθαι τας δεήσεις, ίστε δια τούτο αυτόν απεληλαμένον της πόλεως· ανεπιτήδειος γαρ φύσει προστατεύειν δήμου πολυπράγμων ανήρ· ει δε μηδέ ανήρ, αλλ’ ανθρωπίσκος ευτελής, καθάπερ ούτος ο μέγα οιόμενος περί της κεφαλής κινδυνεύειν, τούτο δη δίδωσιν αταξίας αρχήν».

[319] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 14. 2-3: «Ο δε φεύγει πάλιν, ειπών τοις γνωρίμοις· “Υποσταλώμεν μικρόν, ω φίλοι· νεφύδριον γαρ εστί, και παρέρχεται»· Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 15, 3.1-3: «δια τούτο δε το βασιλέως πρόσταγμα μέλλων φεύγειν, δεδακρυμένην ιδών αμφ’ αυτόν την των Χριστιανών πληθύν “θαρρείτε”, έφη, “νεφύδριον γαρ εστί, και θάττον παρελεύσεται”»· Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 186.2-4: «Των δε θιασωτών ορρωδούντων, προειρηκέναι λέγεται την ταχείαν του θορύβου κατάλυσιν· νέφος γαρ αυτόν προσηγόρευσε διαλυόμενον ό,τι τάχιστα»· Γεωργίου μοναχού, Χρονικόν, ed. C. de Boor, 518.12-21: «Διό δη πάλιν νύκτωρ αποδράντος αυτού και περί τον Νείλον γενομένου μέλλοντος εις πλοίον εισέρχεσθαι, περιστάντες οι γνήσιοι φίλοι μετά δακρύων προς αυτόν έλεγον· Του πάλιν αναχωρείς, ο ποιμήν ο καλός, και τίνι καταλιμπάνεις ημάς ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα; Προς ούς φησιν ο καλός ποιμήν· Μη κλαίετε, τέκνα, μη κλαίετε· νεφύδριον εστί φθινοπωρινόν ούτος ο τάραχος, προς ολίγον μεν φαινόμενος, οξέως δε διαλυόμενος· μη ραθυμείτε, τέκνα· τάχιον ελεύσομαι προς υμάς Θεού κελεύοντος. Όπερ δη και γέγονεν».

[320] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, Ε’ 15,1.1-2. 1: «Ο δε βασιλεύς πυθόμενος εκκλησιάζειν Αθανάσιον εν τη Αλεξανδρέων εκκλησία και αδεώς διδάσκειν τα πλήθη και πολλούς Ελλήνων πείθειν εις Χριστιανισμός μετατίθεσθαι, προσέταξεν αυτόν εξιέναι της Αλεξανδρείας. Μένοντι δε εν ταύτη μεγίστας προηγόρευσε ζημίας».

[321] Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική ιστορία, ed. W. Bright, Γ’ 13. 40-41: «κεκίνητό τε κατ’ αυτού εκ προστάγματος βασιλικού και ο Αλεξανδρείας έπαρχος».

[322] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙ΄. Αλεξανδρεύσιν, ed. J. Bidez, 12-16: «Όθεν αυτώ προαγορεύομεν απιέναι της πόλεως εξ ής άν ημέρας <τα> της ημετέρας ημερότητος γράμματα δέξηται παραχρήμα· μένοντι δε αυτώ της πόλεως είσω μείζους πολύ και χαλεπωτέρας προαγορεύομεν τιμωρίας».

[323] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙΒ’. Εκδικίω επάρχω Αιγύπτου, ed. J. Bidez, 1-4: «Ει και των άλλων ένεκα μη γράφεις ημίν, αλλ’ υπέρ γε του τοις θεοίς εχθρού εχρήν σε γράφειν Αθανασίου, και ταύτα προ πλείονος ήδη χρόνου τα καλώς ημίν εγνωσμένα πεπυσμένον».

[324] Ιουλιανού, ό.π., 4-9: «Όμνυμι δε τον μέγαν Σάραπιν ως, ει μη προ των Δεκεμβρίων καλανδών ο θεοίς εχθρός Αθανάσιος εξέλθοι εκείνης, μάλλον δε και πάσης της Αιγύπτου, τη υπακουούση σοι τάξει προστιμήσαιμι χρυσού λίτρας εκατόν· οίσθα δε όπως ειμί βραδύς μεν εις το καταγνώναι, πολλώ δε έτι βραδύτερος εις το άπαξ καταγνούς ανείναι».

[325] Ιουλιανού, ό.π., 10-11: «Και τη αυτού χειρί _ Πάνυ με λυπεί το καταφρονείσθαι».

[326] Ιουλιανού, ό.π., 11-15: «Μα τους θεούς πάντας ουδέν ούτως άν ίδοιμι, μάλλον δε ακούσαιμι ηδέως παρά σου πραχθέν, ως Αθανάσιον εξεληλαμένον των της Αιγύπτου τόπων, τον μιαρόν, ός ετόλμησεν Ελληνίδας επ’ εμού γυναίκας των επισήμων βαπτίσαι. Διωκέσθω».

[327] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 475.

[328] Ιουλιανού, Επιστολή ΡΙΑ’. Αλεξανδρεύσιν, ed. J. Bidez, 11-20.

[329] Ιουλιανού, ό.π., 58-62.

[330] Ιουλιανού, ό.π., 63-82: «Ει μέν ουν φίλοις ημίν πείθεσθε, μειζόνως ευφρανείτε· τη δεισιδαιμονία δε και κατηχήσει των πανούργων ανθρώπων εμμένειν είπερ εθέλοιτε, τα προς αλλήλους ομονοείτε και τον Αθανάσιον μη ποθείτε. Πολλοί πάντως εισί των αυτού μαθητών δυνάμενοι τας ακροάς υμών κνησιώσας και δεομένας άσεβων ρημάτων ικανώς παραμυθήσασθαι. Ώφελε γαρ Αθανασίω μόνω η του δυσσεβούς αυτού διδασκαλείου κατακεκλείσθαι μοχθηρία· νυν δε εστί πλήθος υμίν ουκ αγεννές, και πράγμα γε ουδέν· όν γαρ άν έλησθε του πλήθους, όσα γε εις την των γραφών διδασκαλίαν ήκει, χείρων ουδέν έσται του παρ’ υμών ποθούμενου. Ει δε της άλλης εντρεχείας ερώντες Αθανασίου (πανούργον γαρ είναι τον άνδρα πάλαι πυνθάνομαι) ταύτας εποιήσασθαι τας δεήσεις, ίστε δια τούτο αυτόν απεληλαμένον της πόλεως· ανεπιτήδειος γαρ φύσει προστατεύειν δήμου πολυπράγμων ανήρ· ει δε μηδέ ανήρ, αλλ’ ανθρωπίσκος ευτελής, καθάπερ ούτος ο μέγα οιόμενος περί της κεφαλής κινδυνεύειν, τούτο δη δίδωσιν αταξίας αρχήν. Όθεν ουν, ίνα μη γένηται τοιούτο προς υμάς μηθέν, απελθείν αυτώ προηγορεύσαμεν της πόλεως πάλαι, νυνί δε και Αιγύπτου πάσης».

[331] Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν, ed. R. Η. Charles, LXXX.18.

[332] Σωζομενού, Εκκλησιαστική ίστορία, ed. J. Bidez και G. C. Hansen, E’ 8,1. 1-2. 1.

[333] Ιωάννου Μαλάλα, Χρονογραφία, ed. L. Dindorf, 328.5-19· Ιωάννου Νικίου, Χρονικόν, ed. R. Η. Charles, LXXX.4-11.

[334] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 193.6 κ.ε.

[335] Robert Browning, The emperor Julian, σελ. 185.

[336] Ιωάννου Καραγιαννοπούλου, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 80.

[337] André Piganiol, L’Empire chrétien (325-395), σελ. 140.

[338] Joseph Bidez, La νie de l’empereur Julien, σελ. 299.

[339] Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, vol. II, σελ. 477-478.

[340] Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ed. L. Parmentier και F. Scheidweiler, 200.22-24: «Υπό τούτων ο δείλαιος βουκοληθείς των χρησμών, και την νίκην ωνειροπόλει και μετά την Περσικήν μάχην τον προς τους Γαλιλαίους εφαντάζετο πόλεμον».

[341] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, ed. Μ. Schatkin, 121.3-8: «Και μέλλων επιστρατεύειν τω Πέρση και μετά τοσούτου τύφου κατιών ως άπαν το των βαρβάρων αναρπασόμενος έθνος ηπείλη μυρίας ημίν απειλάς λέγων μετά την εκείθεν επάνοδον πάντας άρδην απολείν· πόλεμον γαρ αυτώ τούτον είναι του Περσικού χαλεπώτερον και δειν πρότερον κατορθώσαντα εκείνον τον ελάττω τότε επί τον μείζονα τούτον ελθείν».

[342] Glen W. Bowersock, Julian the Apostate, σελ. 85.

(Πηγή: http://www.oodegr.com/neopaganismos/filosofoi/biblio_ioulianos/4.htm)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: