Τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, καὶ ἡ ὑπέρβασή τους – Ἡ ὑπέρβαση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

3. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων

Ὅσα ἐγράφησαν μέχρι τώρα ἀναφέρονται στούς ἀνθρώπους πού ζοῦν στίς κοινωνίες, καί ἔχουν ἀπαίτηση νά ἱκανοποιοῦνται τά φυσικά ἀνθρώπινα δικαιώματά τους, ἀλλά συγχρόνως ἔχουν ὑποχρέωση νά σέβονται καί τά φυσικά δικαιώματα τῶν συνανθρώπων τους, ὁπότε πρέπει νά ἐπικρατῆ ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός, σέ συνδυασμό μέ τήν κοινωνική εἰρήνη καί ἑνότητα. Τό ζητούμενο εἶναι, τό πῶς θά συμβιβάζονται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα μέ τήν ἑνότητα τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἄν δέν βρεθῆ μιά ἰσορροπία στό σημεῖο αὐτό, τότε στίς κοινωνίες θά γίνεται μεγάλος ἀνταγωνισμός μεταξύ τῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν κοινωνικῶν φορέων, ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων.

Ὅμως, σέ μιά κοινωνία, μικρή ἤ μεγάλη, παράλληλα μέ τήν τήρηση τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων πρέπει νά ἐπικρατῆ καί ἡ ἀρχή τῆς ὑπερβάσεως τῶν δικῶν μας δικαιωμάτων. Οὐσιαστικά, μιά οἰκογένεια καί κοινωνία προχωρεῖ μέ τακτικές πού καθορίζονται καί ἀπό ἄλλες παραμέτρους καί ὄχι μόνον μέ τίς νομικές διατάξεις.

Γιά παράδειγμα, οἱ γονεῖς ἔχουν δικαιώματα, ἀλλά τά ὑπερβαίνουν, μέ τήν θυσία τους καί τήν προσφορά τους, γιά νά προστατεύσουν τά δικαιώματα τῶν παιδιῶν τους νά μεγαλώσουν. Ὅλη ἡ ἰσορροπημένη οἰκογενειακή ζωή εἶναι ὑπέρβαση κάποιων δικαιωμάτων. Ὁ καθένας μας καταλαβαίνει ὅτι πρέπει μερικά δικαιώματά του, ὅπως ἡ ἐλευθερία στήν ἐπιλογή τοῦ χρόνου πού διαθέτει, ἡ ἐλευθερία στήν οἰκονομική καί σωματική ἄνεση κλπ. νά ὑπερβαίνωνται μέ τήν ἀγάπη. Ἄλλωστε, ἡ ἀγάπη ἀπό τήν φύση της εἶναι θυσία τοῦ ἀτομικοῦ θελήματος, ὑπέρβαση τῆς φιλαυτίας, εἶναι κένωση καί προσφορά.

Ὅταν ἐξετάζη κανείς τά θέματα αὐτά μέσα ἀπό τήν Χριστιανική διδασκαλία, ἀντιλαμβάνεται ὅτι σεβόμαστε τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἄλλων καί τίς ἐπιλογές τους, ἀλλά θυσιάζουμε καί ὑπερβαίνουμε τά δικά μας ἀνθρώπινα δικαιώματα, χάριν τῶν ἄλλων. Ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν θυσία καί τήν ὑπέρβαση αὐτῶν τῶν ἀτομικῶν ἐπιλογῶν καί τῶν ἐλευθεριῶν μας. Ἡ διδασκαλία περί τοῦ μυστηρίου τοῦ σταυροῦ, τῆς θυσίας, τῆς προσφορᾶς, τῆς κενώσεως, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή δέν στηρίζεται στήν ἔκφραση τῶν δικῶν μας ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀλλά στήν ὑπέρβασή τους.

Ἐπαναλαμβάνω, γιά νά μή γίνη καμμιά παρεξήγηση, ὅτι μέ αὐτά πού γράφω δέν ἀναφέρομαι στήν κατάργηση τῆς δυνατότητος τῶν ἄλλων νά ἔχουν μερικές ἐπιλογές, ὅταν δέν καταστρατηγοῦν τό δημόσιο συμφέρον, ἀλλά ἀναφέρομαι στήν ὑπέρβαση τῶν δικῶν μας δικαιωμάτων, μέ ἐλευθερία καί ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς ἔδειξε τήν ἀγάπη ὡς αὐτοθυσία, αὐτοπροσφορά, κένωση.

Αὐτό εἶναι τό κεντρικό νόημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀφοῦ μέ τόν ὅλο τρόπο πού ζοῦμε στήν Ἐκκλησία θυσιάζουμε ὅλα τά δικά μας φυσικά ἀνθρώπινα δικαιώματα γιά νά ἐκφράσουμε τήν ἀγάπη μας στόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας. Στήν δοξολογία πού ψάλλουμε στίς ἱερές μας ἀκολουθίες κάθε ἡμέρα προσευχόμαστε στόν Θεό νά μᾶς μάθη τά δικά Του δικαιώματα καί ὄχι τά δικά μας! «Εὐλογητός εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τά δικαιώματά ΣΟΥ», ὄχι «τά δικαιώματά ΜΟΥ». Τό πέρασμα ἀπό τό ΜΟΥ στό ΣΟΥ εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τήν φιλαυτία. Μέ τήν βάπτισή μας καί τήν ἐνσυνείδητη ἐκκλησιαστική ζωή παραδίδουμε ὅλο τό θέλημά μας καί πολλά ἀπό τά ἀνθρώπινα δικαιώματά μας στήν Ἐκκλησία καί ζοῦμε Χριστοκεντρικά καί Ἐκκλησιοκεντρικά.

Αὐτό μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός καί στήν προσευχή πού μᾶς παρέδωσε, τό γνωστό «Πάτερ ἡμῶν». Προσευχόμαστε στόν Θεό: «Γενηθήτω τό θέλημά ΣΟΥ» καί ὄχι «γενηθήτω τό θέλημά ΜΟΥ». Ἐπίσης, προσευχόμαστε: «Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία ΣΟΥ» καί ὄχι «ἐλθέτω ἡ βασιλεία ΜΟΥ», μέ τίς δικές μας ἐπιλογές. Αὐτό φαίνεται σέ πολλά παραδείγματα. Ὅταν κανείς βαπτίζεται καί στήν ἐνήλικη ζωή ἀναγνωρίζει τήν μεγάλη δωρεά νά εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀντιλαμβάνεται ὅτι στήν ζωή του πρέπει νά κάνη ὑπακοή στόν εὐλογημένο καί ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν ὑπακοή στήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὅπως ἐκφράστηκε συνοδικῶς, μέ τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Μπορεῖ κανείς νά ἀδιαφορήση καί νά ζήση ἐκτός τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ἀλλά ὅταν θέλη νά εἶναι καλός Χριστιανός πρέπει νά ὑπακούη στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τόσο στά δόγματα ὅσο καί στούς ἱερούς κανόνες, ἀλλά καί στήν λειτουργική καί εὐχαριστιακή πράξη.

Ὅταν κανείς γίνεται Κληρικός, τότε μέ τήν θέλησή του ἀποφασίζει νά ὑπερβῆ καί νά ἀπεκδυθῆ τά φυσικά ἀνθρώπινα δικαιώματά του καί νά ζῆ σύμφωνα μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Μόνος του καί δημόσια, μέ τήν ἀποδοχή τῆς ἱερωσύνης του, δήλωσε κατά τόν πλέον ἐπίσημο τρόπο ὅτι ἀπεκδύεται μερικά φυσικά ἀνθρώπινα δικαιώματά του, ὅπως γιά παράδειγμα τόν δεύτερο γάμο σέ περίπτωση χηρείας, τό δικαίωμα συμμετοχῆς του σέ ἐκλογικές αὐτοδιοικητικές καί βουλευτικές διαδικασίες γιά τήν κατάληψη μιᾶς τέτοιας δημόσιας θέσης πού δέν συμβιβάζεται μέ τήν ἱερωσύνη κ.ἄ.

Ὅταν κανείς γίνεται μοναχός, τότε μέ τήν δική του θέληση ἀποδέχεται ὅλες τίς μοναχικές ὑποχρεώσεις, ὅλη τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν μοναχισμό, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνας τῶν Τοπικῶν καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν πράξη ὑπερβαίνει ὅλα τά φυσικά ἀνθρώπινα δικαιώματα, πού ἰσχύουν γιά τούς ἄλλους πολίτες τῆς Χώρας στήν ὁποία κατοικεῖ. Ἔτσι, δέν μπορεῖ νά ἐπικαλῆται ἕνας μοναχός τά ἀνθρώπινα δικαιώματα πού ἔχουν οἱ ἄλλοι συνάνθρωποί του, γιατί μέ τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τῆς μοναχικῆς του κουρᾶς ἀποποιήθηκε πολλά ἀπό τά ἀνθρώπινα δικαιώματά του.

Αὐτό δέχεται καί τό Ἀνώτερο Ἀκυρωτικό Δικαστήριο τῆς Πατρίδος μας (τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας). Δικάζοντας, γιά παράδειγμα, ὑποθέσεις ἐπιβολῆς ἐπιτιμίου ἀκοινωνησίας σέ Κληρικό καί σέ Μοναχή, ἀποφαίνεται ὅτι τό ἐπιτίμιο τῆς ἀκοινωνησίας προβλέπεται ἀπό ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι ἡ ἐπιβολή του «ἀνάγεται στήν ἐσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τούς κληρικούς καί τούς μοναχούς της, στήν ὁποία αὐτοί αὐτοπροαιρέτως προσχωροῦν διά τῆς ἱερωσύνης καί τοῦ μοναχισμοῦ» (687/2011 καί πρβλ. 685/2011 Σ.τ.Ε.).

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανός, ὁ Κληρικός, ὁ μοναχός πού ζῆ μέσα σέ μιά εὐνομούμενη Πολιτεία σέβεται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἄλλων καί ἀγωνίζεται γιά νά μή καταργοῦνται, ἀλλά ὁ ἴδιος μέ τήν πράξη τῆς ἀποδοχῆς τῆς εὐαγγελικῆς, ἀποστολικῆς, πατερικῆς διδασκαλίας, καί γενικότερα μέ τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει ἀποποιηθῆ τά δικά του ἀνθρώπινα δικαιώματα, καί ἀναζητᾶ τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του, ἀλλά καί θυσιάζεται γιά τούς ἀδελφούς του, ἀποβάλλει τήν φιλαυτία καί ἀποκτᾶ τήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Καί αὐτό γίνεται μέ θυσία ὅλης τῆς ζωῆς του.

Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο τό νά εἰσχωρήση μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή ἡ νοοτροπία τῆς ἐκζητήσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, καίτοι αὐτά εἶναι σεβαστά γιά τούς ἄλλους πολίτες τῆς Χώρας. Εἶναι ἐπικίνδυνο γιά τούς Χριστιανούς, τούς Κληρικούς καί μοναχούς νά διεκδικοῦν ἠθικές-ἀλλότριες ἰδιαιτερότητες, ἐλεύθερες ἐπιλογές στόν γάμο καί στήν σεξουαλική συμπεριφορά τους, ἐν ὀνόματι τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τά ὁποῖα οἱ ἴδιοι, μέ τήν ἀποδοχή τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν ἀποποιηθῆ. Μπορεῖ, βέβαια, μέ τήν δική τους ἐλευθερία νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία, τόν ἱερό Κλῆρο καί τόν μοναχισμό καί νά «ἀπολαμβάνουν» «τά ἀνθρώπινα δικαιώματα» πού ἔχουν ὅλοι οἱ πολίτες.

Μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ κανείς Χριστιανός, Κληρικός καί μοναχός ἐν ὀνόματι τῆς «ἐλευθερίας τοῦ προσώπου», πού εἶναι μιά ἀθεολόγητη ἔκφραση, νά εἰσάγη στήν Ἐκκλησία μιά νοοτροπία ξένη πρός τήν παράδοσή της, πού εἶναι ἔκφραση καί ἡ ζωή τῆς ἀγάπης, ὡς κένωσης, ὡς προσφορᾶς, ὡς θυσίας, ὡς σταυροῦ, ὡς ὑπέρβασης τῆς φιλαυτίας καί βίωσης τῆς φιλοθεΐας καί τῆς φιλανθρωπίας.

4. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατά τήν τρίτη χιλιετία ἔχει νά ἀντιμετώπιση τρία μεγάλα προβλήματα, τρεῖς προκλήσεις πού προέρχονται ἀπό τόν οἰκουμενισμό, τά ἀνθρώπινα δικαιώματα καί τήν πρόοδο τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν, καί αὐτή ἡ ἀντιμετώπιση πρέπει νά γίνη μέσα ἀπό τήν δική της παράδοση.

Παρατηρεῖ, ὅμως, κανείς ὅτι σήμερα καί οἱ τρεῖς αὐτές προκλήσεις εἶναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ἀφοῦ ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τόν οἰκουμενισμό ὁμιλοῦν γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἀλλά καί ἡ πρόοδος τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν εὐνοεῖ τήν κατάχρηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί συντείνει σέ ἕνα οἰκουμενιστικό πνεῦμα.

Ὡς πρός τά ἀνθρώπινα δικαιώματα ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε στόν κόσμο ἁπλῶς γιά νά προσφέρη κοινωνικές ὑπηρεσίες στόν ἄνθρωπο καί τό Κράτος, οὔτε γιά νά διασφαλίση τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἀλλά γιά νά ἐλευθερώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν δυναστεία τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική κινεῖται καί ἡ Ἐκκλησία.

Ὅπως ἀναλύει ὁ Andrew Sopko, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁμιλοῦσε γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή στό οἰκουμενικό κίνημα ἐκφράζεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία παρέχει κοινωνικές ὑπηρεσίες καί ὑπερασπίζεται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, γι’ αὐτό καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐκφράσθηκε καί γιά τό θέμα αὐτό. Θεωρεῖ ὅτι ποτέ ἡ Ἐκκλησία δέν ἰσχυρίσθηκε ὅτι θά ἀπαλλάξη τήν κοινωνία ἀπό τίς θηριωδίες «πού βασανίζουν τόν πεπτωκότα κοινωνικό ἱστό καί τά μέλη του. Ἡ παρουσίαση τῆς περιπτώσεως τοῦ Ἰώβ δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀνάσταση τῆς νοερᾶς δυνάμεως καί τοῦ σώματος πού ξεκινᾶ ἀπό τό Βάπτισμα, καί μέσα στήν Ἐκκλησία γίνεται ἡ πραγματική μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν θεραπευτική ἀγωγή τῆς κάθαρσης, τοῦ φωτισμοῦ καί τοῦ δοξασμοῦ ἡ ἰδιοτελής ἀγάπη ἀντικαθίσταται μέ τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική θεραπεία τῆς κοινωνίας. Ἡ θεραπεία ἐπιτυγχάνεται ἐκεῖ πού ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀκτίστου σταυροῦ φέρνει τήν τελειότητα τῆς ἀγάπης μαζί μέ τόν μετασχηματισμό τῶν διαβλητῶν παθῶν σέ ἀδιάβλητα».

Ἡ σύγχρονη ἄποψη «ὅτι τά ἀνθρώπινα δικαιώματα εἶναι φυσικά καί ἀποτελοῦν ἐγγενές τμῆμα τῆς φύσης γενικότερα ἤ τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί κοινωνίας εἰδικότερα», δέν εἶναι ὀρθόδοξη ἄποψη, ἀφοῦ «ἡ φύση εἶναι σέ μιά συνεχῆ κατάσταση ἀλλαγῆς καί ἐξέλιξης». «Ἡ κανονική κατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως βρίσκεται σέ μιά ἀτελεύτητη τελείωση, κι ἔτσι δέν ὑπάρχει στατική κατάσταση γιά νά χρησιμοποιηθῆ ὡς ἀμετάβλητο κριτήριο ἠθικῶν καί νομικῶν δικαιωμάτων καί ὑποχρεώσεων». Ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, δέχεται τούς νόμους καί τήν «πολιτική δομή τοῦ κράτους», ἀφοῦ ἡ ἴδια διαθέτει καί τό κανονικό της δίκαιο, τό ὁποῖο ἐπικυρωνόταν ἀπό τούς Ρωμαίους Αὐτοκράτορες καί ἴσχυε μόνον γι’ αὐτήν καί ὄχι γιά τούς Ρωμαίους, τούς Ἑβραίους, εἰδωλολάτρες καί αἱρετικούς, ἀλλά κινεῖται σέ ἄλλο ἐπίπεδο.

Ἡ ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τοῦ νόμου, πού εἶναι τό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, παραλληλίζεται μέ τήν ἰσότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους ἐξ ἴσου, «ἀνεξαρτήτως φυλῆς, χρώματος ἤ πιστεύω». Δέν ἔχει κανείς ἀποκλειστικά δικαιώματα σέ αὐτό, ἀλλά «ἡ ὑπέρτατη κρίση βρίσκεται μόνο στήν δυνατότητα νά δῆ κάποιος τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ἀναλόγως τῆς ἐπίτευξης τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης».

Ἡ δικαιοσύνη καί ἡ εἰρήνη πού ἐπιβάλλονται μέ τόν νόμο προσφέρουν κάποια ἁρμονία στήν κοινωνία, ἀλλά δέν βοηθοῦν πολύ. Γιά τήν Ἐκκλησία ἡ βάση εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς δικαιοσύνης Του, ἡ ὁποία δικαιοσύνη δέν συνδέεται μέ «τήν ἠθική καί τίς μοραλιστικές ἐντολές», ἀλλά «ταυτίζεται μέ τήν δικαίωση πού εἶναι ἡ ζωογόνηση καί τῆς νοερᾶς δυνάμεως καί τοῦ σώματος στίς δύο πλευρές τοῦ θανάτου», δηλαδή τοῦ πνευματικοῦ καί τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τόν ἀσκητικό χαρακτήρα τοῦ νόμου τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ κανονικοῦ δικαίου. Αὐτό λέγεται θεραπευτική ἀγωγή, καί συνδέεται μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό –πού βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά προσεύχεται, ἀλλά ταυτόχρονα νά ἀσχολῆται μέ τήν καθημερινή ζωή καί τά ἔργα τῆς φιλανθρωπίας– ἀλλά καί μέ τόν δoξασμό καί ἔτσι ἀποκτᾶ τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, μέ τήν ὁποία ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως τό κάνει καί ὁ Θεός.

Αὐτό τό δικαίωμα εἶναι δωρεάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό καί δίνεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. «Γι’ αὐτό παραμένει τό μόνον ἀναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, ἀκόμη καί ὅταν ἡ κοινωνία παραβιάζη τά ἄλλα δικαιώματα ἑνός ἀνθρώπου ἤ τοῦ τά ἀφαιρῆ». Αὐτή εἶναι μιά μορφή ἀνώτερου πολιτισμοῦ, καί αὐτό θά ἐξακολουθῆ νά προσφέρη ἡ Ἐκκλησία .

Συμπέρασμα

Οἱ φίλαυτοι καί ἄρρωστοι ἄνθρωποι καταργοῦν τήν ἐλευθερία τῶν συνανθρώπων τους καί τά λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματά τους, δημιουργοῦν τυραννικά καθεστῶτα, τά ὁποῖα τελοῦν παντοειδῆ ἐγκλήματα σέ βάρος τῶν συνανθρώπων τους.

Ὁ Χριστός, διά τῆς Ἐκκλησίας, σέβεται τήν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται γιά τήν εἰρήνη στήν κοινωνία, καί ὅταν χρειασθῆ ἀγωνίζεται γιά τήν ἐλευθερία τῶν ἄλλων. Ὅμως, κινεῖται πάνω καί πέρα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ πρωτίστως ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο, καί τήν μετοχή του στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, σεβόμαστε τίς ἐλεύθερες ἐπιλογές τῶν ἀνθρώπων, χωρίς νά τίς δικαιολογοῦμε, γιατί μερικές ἀπό αὐτές καταργοῦν τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀπεκδυόμαστε πολλῶν δικαιωμάτων μας καί ζοῦμε τήν ἀγάπη ὡς σταυρό καί κένωση, ἀποβλέπουμε στήν κατά Χριστόν υἱοθεσία καί τήν μετοχή στήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐπιμονή μερικῶν Χριστιανῶν, Κληρικῶν καί Μοναχῶν μόνο στά ἀνθρώπινα δικαιώματα εἶναι μιά νοοτροπία νά καλύψη ἰδιαιτερότητες καί πάθη, εἶναι ἕνας αὐτοεγκλωβισμός στήν νοοτροπία αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού εἶναι ξένη ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

(Πηγή: http://www.parembasis.gr/index.php/el/4913-2017-07-03)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: