Άγιος Αμβρόσιος: ο επίσκοπος που αφόρισε έναν αυτοκράτορα!

Ο Αμβρόσιος υπήρξε Επίσκοπος του Μιλάνου (qq.v.) από το 374 έως το 397, του οποίου οι πολλαπλοί ρόλοι ως επικεφαλής αντίπαλος του Αρειανισμού (qv), σύμβουλος των δυτικών αυτοκρατόρων, εύγλωττος ιεροκήρυκας, συνθέτης ύμνων και ψαλμών, όντας εξ εκείνων που ανέπτυξαν την λατρεία των θρησκευτικών κειμηλίων, και πολυμαθής συγγραφέας, αποτελούν μόνο ένα δείγμα της τεράστιας επιρροής που ασκούσε στην εκκλησία και το κράτος στην Δύση καθώς και της πρωτοτυπίας της ζωής και της σταδιοδρομίας του.

7a3ad34f7c5e5c554f0b7456a7ef8378

Γεννημένος στην ανώτατη κοινωνική τάξη, ήταν ένας σεβαστός επαρχιακός κυβερνήτης όταν ολόκληρη η πόλη τον ανακήρυξε επίσκοπο. Από αβάπτιστος Χριστιανός έγινε επίσκοπος εντός οκτώ ημερών. Περισσότερο από οποιονδήποτε προηγούμενο επίσκοπο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική της εποχής του, όπως καταδεικνύεται από τον αφορισμό του Θεοδοσίου Α’ (q.v.), αφότου εκείνος ο αυτοκράτωρ σφαγίασε χιλιάδες αμάχους στη Θεσσαλονίκη (q.v.) σε αντίποινα για τη δολοφονία κάποιων γερμανικών στρατευμάτων που είχαν τοποθετηθεί ως φρουρά εκεί. Ο Θεοδόσιος αναγκάστηκε να υποκύψει στην μετανοητική τιμωρία που του επέβαλε ο Αμβρόσιος και, ως εκ τούτου, να ενδώσει στην επιμονή του Αμβροσίου ότι η εκκλησία είναι ανεξάρτητη από το κράτος και μάλιστα ανώτερη από αυτό σε θέματα πίστης και ηθικής. Άσκησε μεγάλη επιρροή στον Αυγουστίνο (q.v.), ο οποίος γράφει (στο ‘Confessions’, Book Five, Chapter 13) για την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία, την πολυμάθεια και την ευγλωττία του Αμβροσίου.

(Πηγή: «Historical Dictionary of Byzantium», του John H. Rosser)

Ο Άγιος Αμβρόσιος ήταν διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης και γεννήθηκε το 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Στα Μεδιόλανα ασχολήθηκε με το επάγγελμα του δικαστή. Φύλασσε με λόγια και έργα την αλήθεια και απέδιδε αντικειμενικά τη δικαιοσύνη , αν και δεν είχε βαπτισθεί ακόμα χριστιανός. Όσον αφορά σ’ αυτό όμως, απαντά ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής: «Ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι» (Πράξεις, ι’ 35). Δηλαδή, σε κάθε έθνος, όποιος σέβεται το Θεό και πολιτεύεται στη ζωή του με δικαιοσύνη, είναι δεκτός απ’ Αυτόν και είναι δυνατόν να αρέσει σ’ Αυτόν.

Και πράγματι, ο Αμβρόσιος με τη ζωή του άρεσε στο Θεό. Γι’ αυτό και τον αξίωσε να βαπτισθεί χριστιανός, να γίνει έπειτα αναγνώστης, και αφού μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα πέρασε όλους τους εκκλησιαστικούς βαθμούς, μετά από απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού του Α’, χειροτονήθηκε επίσκοπος Μεδιολάνων.

Σαν επίσκοπος, ο Αμβρόσιος ποίμανε άριστα το ποίμνιό του, αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων, αλλά και το βασιλιά Θεοδόσιο δεν επέτρεψε να εισέλθει στο ναό, παρά μόνο όταν μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους που έκανε στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Ο Αμβρόσιος πέθανε ειρηνικά το έτος 397 μ.Χ., σε ηλικία 57 χρονών.

(Πηγή: http://www.saint.gr/3182/saint.aspx)

Ο Άγιος Αμβρόσιος, κατά κόσμον Αυρήλιος Αμβρόσιος (Aurelius Ambrosius, 339 ή 340/4 Απριλίου 397) ήταν επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) και σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα του 4ου αιώνα. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους Πατέρες της Εκκλησίας και μαζί με τον Αυγουστίνο, τον Ιερώνυμο και τον Γρηγόριο Α’, ανάμεσα στους αρχικούς Διδασκάλους της Εκκλησίας.

Το ποιμαντικό του έργο υπήρξε πολύ πετυχημένο. Έθεσε στη διάθεση της Εκκλησίας την περιουσία του, οικοδόμησε ναούς, κήρυττε, εργάστηκε για τη θεολογική κατάρτιση των κληρικών του και στήριξε το μοναχισμό. Αντιμετώπισε με επιτυχία τον Αρειανισμό και συνέβαλε στη σύγκληση των Συνόδων του Σιρμίου (380), της Ακυλείας (Τεργέστης), το έτος 381, και της Ρώμης (382). Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) διαφώνησε με την απόφαση να γίνει δεκτός ως κανονικός επίσκοπος Αντιοχείας ο Φλαβιανός και να χειροτονηθεί ο Νεκτάριος επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Επιτέθηκε με σθένος κατά του παγανισμού.

Εξαιτίας της υψηλής του παιδείας, του χαρακτήρα, αλλά και του κύρους του, είχε άριστες σχέσεις με το αυτοκρατορικό περιβάλλον και υπήρξε σύμβουλος των αυτοκρατόρων Γρατιανού, Βαλεντινιανού Β’ και του Θεοδοσίου. Δε δίστασε μάλιστα να τους επικρίνει για την πολιτική που ασκούσαν, αλλά και να τους επηρεάζει υπέρ των ορθόδοξων συμφερόντων.

Ο Αμβρόσιος υπήρξε ο άνθρωπος και ο ποιμένας που κέρδισε την εμπιστοσύνη του Αυγουστίνου, ο οποίος τον μνημονεύει πολλές φορές στις Εξομολογήσεις του. Συνέβαλε αποφασιστικά στη μεταστροφή του ιερού άνδρα από το Μανιχαϊσμό στο Χριστιανισμό, ενώ αργότερα τον βάπτισε.

Ο Αμβρόσιος γνώριζε πολύ καλά τα φιλοσοφικά και θεολογικά πράγματα σε Δύση και Ανατολή. Θαύμαζε τη στωική και νεοπλατωνική φιλοσοφία, τις οποίες μάλιστα ενέταξε κριτικά στο έργο του. Η θεολογική του σκέψη δέχτηκε ισχυρές επιδράσεις από την ανατολική γραμματεία.

Η Εκκλησία αποτελούσε για τον επίσκοπο των Μεδιολάνων το σώμα του ζώντος Χριστού, μέσα στο οποίο σώζεται ο άνθρωπος, μετέχοντας ενεργά στα μυστήρια και αγορεύοντας με ειλικρίνεια και δημοσίως τα αμαρτήματά του.

Υπήρξε ένθερμος υποστηριχτής και εισηγητής της εκλαϊκευμένης θεολογίας, αφού κατόρθωσε να εξηγήσει στο λαό του τις λεπτές θεολογικές αλήθειες για την ομοουσιότητα της Αγίας Τριάδας, με μοναδική απλότητα.

Ο Αμβρόσιος ήταν ο πρώτος θεολόγος που παρουσίασε στη δυτική εκκλησιαστική γραμματεία συγκροτημένο και ορθόδοξο έργο για τη θεμελίωση της ομοουσιότητας του Αγίου Πνεύματος. Αντιλήφθηκε την ορθόδοξη πνευματολογία με τα κριτήρια που έθεσε στην Ανατολή ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος και ο Δίδυμος ο Τυφλός. Διατύπωσε τη διδασκαλία του για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα στην αΐδια (αιώνια) και την οικονομική Τριάδα. Έτσι, ομίλησε για την αΐδια εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Θεό Πατέρα, ο Οποίος αποτελεί την κύρια πηγή της Θεότητας. Η αποστολή του τρίτου προσώπου, κατά τη φανέρωση της οικονομικής Τριάδας, γίνεται από τον Υιό, χωρίς όμως Αυτός να αποτελεί και την πηγή Του.

Στα αγιογραφικά ερμηνευτικά του υπομνήματα υιοθέτησε την αλληγορική μέθοδο και επηρεάστηκε κυρίως από το Φίλωνα τον Αλεξανδρέα και τον Ωριγένη. Κατά τη συγγραφή, όμως, της Εξαημέρου του, ακολούθησε τις θεολογικές προϋποθέσεις και τη σκέψη του Μ. Βασιλείου.

Μέσα από τα ασκητικά και ηθικά του συγγράμματα, ο Αμβρόσιος ανέπτυξε μία υποτυπώδη ασκητική ανθρωπολογία, η οποία στηριζόταν στην εν Χριστώ υιοθεσία, στην ειλικρινή μετάνοια, την παρθενία και την ανοδική πορεία της ψυχής στο Θεό. Σε αυτά του τα έργα υπήρξε περισσότερο πρωτότυπος, σε σχέση με τα δογματικά, αφού κατόρθωσε να εντάξει φιλοσοφικές θεωρήσεις των Στωικών και Νεοπλατωνικών στη χριστιανική διδασκαλία.

Ο επίσκοπος των Μεδιολάνων δε συναίνεσε στις αξιώσεις του επισκόπου Ρώμης Δάμασου για την προβολή του πέτρειου πρωτείου, μολονότι υπήρξε ο πρώτος που εισηγήθηκε τον όρο πρωτείο (primatum). Υποστήριξε πως η Εκκλησία της Ρώμης διεκδικούσε το πρωτείο της ομολογίας και της πίστης μέσα στα πλαίσια της δυτικής χριστιανοσύνης, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δε συνιστούσε πρωτείο τάξεως.

Ο Αμβρόσιος αναμόρφωσε τη λειτουργική ζωή, εμπλουτίζοντας το υπάρχον λειτουργικό τυπικό των Μεδιολάνων με ύμνους δικής του σύνθεσης, οι οποίοι ψάλλονταν αντιφωνικά. Έτσι, η παράδοση της Εκκλησίας χαρακτήρισε ως αμβροσιανό λειτουργικό τύπο τη συμβολή του αυτή στην υμνολογία της δυτικής Εκκλησίας.

(Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BC%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%89%CE%BD)

(NovoScriptorium: Σε αυτό που κρίνουμε άξιο να σταθούμε, ως συμπληρωματική σκέψη στις ανωτέρω πληροφορίες, είναι ότι τον καιρό εκείνο το Κράτος διοικούταν από ανθρώπους που είχαν ‘φόβο Θεού‘. Ο Θεοδόσιος ήταν Αυτοκράτωρ, δηλαδή το ισχυρότερο κοσμικό πρόσωπο εκείνη την εποχή. Όμως, ενώ θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χρησιμοποιήσει την ισχύ του και να αντιταχθεί ή ακόμη και να εξοντώσει τον Αμβρόσιο, αντιθέτως, δέχτηκε το επιτίμιον την ακοινωνησίας που του επεβλήθη, μετανόησε βαθιά και ειλικρινά για το μεγάλο του αμάρτημα, και έπειτα από αυτά έλαβε την συγχώρεση από τον Ορθόδοξο ιερέα – όπως είθισται διαχρονικά ως πρακτική. Οι συγκρίσεις με μετέπειτα ηγέτες της Αυτοκρατορίας ή, ακόμη περισσότερο, με ηγεσίες κρατών -περιλαμβανομένης και της Ελλάδος- της σύγχρονης εποχής είναι αμείλικτες. Ένα Κράτος που διοικείται από ανθρώπους που έχουν ‘φόβο Θεού’ έχουμε διαπιστώσει, από την ιστορική μελέτη, ότι έχει πολύ καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης και θετικής εξέλιξης σε όλα τα επίπεδα. Αντιθέτως, όταν ένα Κράτος διοικείται από ‘θεομάχους’, οι πιθανότητες παρακμής και συντριβής αυτού αγγίζουν τα όρια της βεβαιότητος)

Έρευνα-Μετάφραση-Σχολιασμός: Αναστάσιος Φιλόπονος

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: