Η πορνεία στο ‘Βυζάντιο’ (Ρωμανία-Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία)

του Johannes Irmscher 

Πορνεία είναι η επί χρήμασι προσφορά του σώματος με σκοπό τη συνουσία με ένα άλλο πρόσωπο. Συναντάται σε ποικίλες μορφές. Η συνηθέστερη μορφή είναι η προσφορά μιας γυναίκας σ’ έναν άνδρα. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο, όπως και η ομοφυλόφιλη πορνεία και στα δύο φύλα. Ο ελληνικός όρος πορνεία, όπως και ο λατινικός prostitutio
που πέρασε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, έχουν μια αρνητική χροιά και προϋποθέτουν μια αρνητική εκτίμηση του φαινομένου. Αυτή η εκτίμηση δεν υπήρχε σε όλες τις εποχές και σε όλους τους λαούς.

theodora4-1132x670

Το αν η πρώιμη κοινωνία γνώριζε την πορνεία, ή αν η ταξική κοινωνία με την εξουσιαστική σχέση του άνδρα πάνω στη γυναίκα ήταν η προϋπόθεση για την πορνεία, πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη. Η αρχαιότητα πάντως — κι αυτό έχει σημασία για το θέμα μας — γνώριζε το θεσμό της πορνείας σε ποικίλες μορφές. Ακόμη κι αν υπάρχουν αντιρρήσεις σε μεμονωμένα ζητήματα, η πορνεία γινόταν πάντα δημόσια αποδεκτή,
και μάλιστα αντικείμενο λογοτεχνικών επεξεργασιών. Κατά συνέπεια οι πηγές είναι πολλές. Στην ελληνιστική Ανατολή και στην Κόρινθο, κάτω από ανατολική επιρροή, υπήρχε μάλιστα και θρησκευτική πορνεία. Για τους Ρωμαίους δεν ίσχυε ούτε η θρησκευτική ούτε η καλλιτεχνική ερμηνεία του αγοραίου έρωτα. Γι’ αυτούς αποτελούσε μια νομική σχέση, και ανάλογα εντασσόταν στο σύστημα του δικαίου τους. Η νέα ηθική του Χριστιανισμού, τα ιδανικά του οποίου ήταν η παρθενία και ο ασκητισμός, απαιτούσε σεξουαλική αγνότητα. Σύμφωνα μ’ αυτό δεν θα έπρεπε να υπάρχει στη χριστιανική κοινωνία πορνεία. Η πραγματικότητα της ζωής απέδειξε ότι οι σεξουαλικές ανάγκες των ανθρώπων δεν ήταν πιο αδύνατες από τις θρησκευτικές τους. Όλες αυτές οι παραδόσεις
συνέχιζαν να ζουν και να γίνονται αισθητές στο Βυζάντιο.

Υπάρχουν πολυάριθμες παρουσιάσεις της ιστορίας της πορνείας. Όλες σχεδόν όμως υπερπηδούν τα βυζαντινά δεδομένα. Η αιτία βρίσκεται από τη μια, στο ότι οι συγγραφείς — στην πλειοψηφία τους ιατροί — δεν έχουν γλωσσική πρόσβαση στις αυθεντικές πηγές. Μια άλλη αιτία είναι το ότι στην ιστορική συνείδηση της ευρύτερης κοινής γνώμης το
Βυζάντιο θεωρείται ακόμη αμελητέα ποσότητα και ο Μεσαίωνας περιορίζεται στα δυτικά χαρακτηριστικά του. Έτσι, πρέπει να εκτιμηθεί ακόμη περισσότερο η προσφορά του Έλληνα βυζαντινολόγου Φαίδωνα Κουκουλέ (1881-1956), ο οποίος στο έργο του Αι πάνδημοι γυναίκες του 1948 παρουσίασε για πρώτη φορά το θέμα σε όλες του τις συναρτήσεις. Χάρη στην εκπληκτική πολυμάθεια του Αθηναίου καθηγητή, η έδρα του οποίου είχε σαν αντικείμενο την ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, συνελέγη ένας μεγάλος αριθμός τεκμηρίων, πολύ εντυπωσιακών. Έμειναν όμως πολλές επιθυμίες ανεκπλήρωτες, γιατί οι πρωτοποριακές εργασίες προσέκρουσαν σε παρθένο έδαφος και ταυτόχρονα δημιούργησαν νέα καθήκοντα. Μερικά απ’ αυτά θ’ αναφερθούν εδώ. Ο περιορισμένος χρόνος ομιλίας δεν επιτρέπει μια συγκεκριμενοποίηση τους.

Δικαιολογημένα ο Κουκούλες μιλούσε μόνο για τις «πάνδημους γυναίκας», τις πόρνες, και όχι για την πορνεία, η οποία σαν θεσμός χαρακτηρίζεται από περισσότερους παράγοντες, από ότι μόνο από τις πόρνες. Πρέπει να ξεκινήσει κανείς με τη φιλολογική καταγραφή της ορολογίας: Οι όροι πόρνη, πορνεία, πορνεύειν, έχουν ευρύτερη σημασία απ’ ό,τι εκφράζει ο σύγχρονος όρος της πορνείας. Η σχετική ορολογία συνεχίζει: Τι σημαίνει πόρνος; Οι Liddell και Scott σημειώνουν: Catamite (στα γερμανικά, Strichjunge), sodomite, fornicator, idolater. Πόσοι απ’ αυτούς τους όρους σχετίζονται συγκεκριμένα με την πορνεία; με την ακριβή της έννοια; Σημειώνουμε επίσης τις λέξεις εταιρείον,
πορνοκαπηλείον, πορνοστάσιον: υπήρχαν διαφορές στο περιεχόμενο, το χρόνο και τον τόπο, ή πρόκειται για συνώνυμες εκφράσεις; Στα Βασιλικά, τους αυτοκρατορικούς νόμους του Λέοντα ΣΤ’ (886-912), (βιβλίο 19ο, τίτλος) συναντώνται οι όροι προϊστάναι/προΐστασθαι άλλοτε ως αμετάβατοι, και άλλοτε ως παθητικοί. Στα αρχαία ελληνικά είναι, σπάνια αυτή η σημασία των προϊστάναι/προΐστασθαι. Γι’ αυτό υπάρχει η πιθανότητα να επηρεάστηκε ο συμπιλητής των Βασιλικών από το λατινικό κείμενο του Ιουστινιάνειου Κώδικα (4. 56). Με τα λίγα παραδείγματα που αναφέρθηκαν έχει γίνει σαφές τι είδους λεξικολογικές και σημασιολογικές έρευνες πρέπει να διεξαχθούν ακόμη για να μπορούν να ερμηνευθούν οι διαθέσιμες πηγές.

Και περνάμε στο δεύτερο ζήτημα, τις διαθέσιμες πηγές. Η πορνεία στο Βυζάντιο βρισκόταν υπό καταδίκη. Γράμματα εταίρων και συνομιλίες εταίρων, με την αρχαία τους έννοια, δεν πρέπει να αναμένονται από το Βυζάντιο. Οι αφηγήσεις του Στέφανου Σαχλίκη από την Κρήτη και του Μάρκου Δεφαράνα από τη Ζάκυνθο βρίσκονται στα όρια της βυζαντινής λογοτεχνίας και περιέχουν ισχυρά χαρακτηριστικά ιταλικών επιρροών. Πριν απ’ αυτές όμως υπάρχουν και υστεροβυζαντινά διηγήματα που μιλούν για πόρνες, όπως η Ιστορία του Πτωχολέοντα. Ομοιότητες παρουσιάζει και ο Πουλολόγος. Από την πρώτη περίοδο αναφέρουμε την αυτοκράτειρα Θεοδώρα, την πιο διάσημη πόρνη της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Προκόπιος περιέγραψε με συναρπαστικό τρόπο στα Ανέκδοτα την προέλευση, την προηγούμενη ζωή, την κάθαρση και την άνοδό της. Σαν αυτοκράτειρα η Θεοδώρα φρόντισε τις πόρνες, επηρέασε τη νομοθεσία προς όφελος τους, διέλυσε τα μπορντέλα της πρωτεύουσας και ίδρυσε ένα άσυλο εκπεσουσών κορασίδων, με το ωραίο όνομα Μετάνοια. Όπως δείχνει το παράδειγμα του Προκοπίου, πρέπει να γίνει επεξεργασία ολόκληρης της βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησιαστικής, που αποτρέπει και παρηγορεί, και της αγιολογικής, που γνωρίζει τους πειρασμούς και τον προσηλυτισμό. Ένα μονόστιχο της Παλατινής Ανθολογίας (9, 529) αναφέρεται εις κλινάριον πόρνης από δάφνης: Λέκτρον ενός φευγούσα λέκτρον πολλοίσιν ετύχθη.

Οι σημαντικότερες πηγές είναι φυσικά οι νομικές, επειδή είναι χρονολογημένες και οι πιο κατάλληλες για μια ανάλυση του φαινομένου, όχι μόνο στατικά, σε μεμονωμένα σημεία, αλλά στην ιστορική του εξέλιξη. Για την ιστορία του ανατολικορωμαϊκού δικαίου ισχύουν ιδιαίτερα τα λόγια που βάζει ο Γκαίτε στο στόμα του Μεφιστοφελή, στον Φάουστ: «Όπως και μια αιώνια αρρώστια, έτσι κληρονομούνται οι νόμοι και τα δίκαια, κυλάνε από φύλο σε φύλο, κι από τόπο σε τόπο».

Κι αυτό γιατί το βυζαντινό δίκαιο βασιζόταν φυσικά στους Ιουστινιάνειους Κώδικες, και διασκευάστηκε και μεταφράστηκε στα ελληνικά χωρίς θεμελιώδεις ουσιαστικές αλλαγές. Το ελληνικό Σύνταγμα του 1822 καθόριζε ότι, ώσπου να γίνει επεξεργασία νέων κωδίκων, παραμένουν σε ισχύ, παράλληλα με την υπάρχουσα νομοθεσία, και οι νόμοι των βυζαντινών αυτοκρατόρων, καθώς και ο γαλλικός εμπορικός κώδικας. Στο μεταξύ όμως είχαν αλλάξει ουσιαστικά οι ιστορικές συνθήκες. Η Ιουστινιάνεια νομοθεσία ίσχυε για μια αυτοκρατορία που θεωρούσε ότι ενσωμάτωνε την Οικουμένη, όπου υπήρχαν ταυτόχρονα ο αρχαίος και ο φεουδαρχικός, καθώς και ο λεγόμενος ασιατικός τρόπος παραγωγής, όπου υπήρχαν αξιόλογες μεγαλουπόλεις, ακόμη και σύμφωνα με τα σημερινά κριτήρια, ενώ η αναγεννημένη Ελλάδα του 1822 δεν είχε ούτε ένα εκατομμύριο κατοίκους και ο πληθυσμός της πρωτεύουσας, του Ναυπλίου, ακόμη και στην περίοδο της ακμής της, δεν ξεπερνούσε τους 10.000. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπήρχαν λίγα μόνο περιθώρια
για πορνεία.

Ο Κωνσταντίνος Α’ αρκέστηκε σε συμβιβαστικά μέτρα για τη διόρθωση της ξεπερασμένης αρχαίας ανεκτικότητας, όσον αφορά την πορνεία. Ο Θεοδόσιος Β’ και ο Βαλεντινιανός Γ’ και ο διάδοχος τους, Ιουστινιανός, επεδίωξαν αντίθετα να επιβάλουν τη χριστιανική αυστηρότητα. Ο τελευταίος αφιέρωσε σ’ αυτό το αντικείμενο ειδικά τη Νεαρά 14 της 1ης Δεκεμβρίου 535: Περί του μη είναι πορνοβοσκούς εν μηδενί τόπω της Ρωμαίων πολιτείας, η οποία και λόγω του ότι περιγράφει στο προοίμιο την υπάρχουσα τότε κατάσταση, έχει ιδιαίτερη αξία σαν πηγή. Αυτή η Νεαρά δεν άλλαξε βέβαια και πολλά, όπως αποδεικνύεται από διάφορες ελληνόγλωσσες κωδικοποιήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους τεκμηριώνουν τη συνέχιση ύπαρξης της πορνείας πόσο μάλλον όταν τιμωρείτο με φυσικές και οικονομικές ποινές. Όταν ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος συνέγραφε το 1345 την Εξάβιβλο, σαν Πρόχειρον των νόμων, συμπεριέλαβε και ειδικά τους τίτλους Περί εταιρείου (2. 4. 27) και Περί πορνών και των εκβιαζόντων παρθένους (6. 3). Δέκα χρόνια
νωρίτερα, το 1335, ο Ματθαίος Βλαστάρης συμπεριέλαβε στο Σύνταγμα κατά στοιχείον, στα κεφάλαια 15-17 του γράμματος Π, τα: Περί πορνείας, Περί των βία πορνευομένων γυναικών, Περί τον πορνεύσαι, Περί πορνοβοσκών. Το Σύνταγμα προοριζόταν κυρίως για τους κληρικούς. Τα Βασιλικά, που αναφέρει ο Αρμενόπουλος, αποτέλεσαν προσωρινά το
Αστικό Δίκαιο του ελληνικού κράτους. Ο Βλαστάρης βρήκε, πέρα από τους Έλληνες, και επίδοξους χρήστες στους βαλκανικούς λαούς και τους Ρώσους. Είναι σαφής η συνέχεια της σκέψης του δικαίου.

Αυτά τα συνοπτικά όσον αφορά τις πηγές. Η πορνεία δεν αφορούσε μόνο νομικές περιπτώσεις, αλλά ανθρώπους και ανθρώπινες σχέσεις. Η καταγραφή, παρουσίαση και κατανόηση τους είναι ένα αναγκαίο καθήκον για τους ιστορικούς του Βυζαντίου, που δεν έχει ως τώρα απασχολήσει αρκετά τους ερευνητές. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι εκτός της γυναικείας πορνείας, υπήρχε πάντα, σε περιορισμένο βαθμό, και η ανδρική
πορνεία.

(Πηγή: Α’ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ – Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Τομές και συνέχειες στην ελληνιστική και ρωμαϊκή παράδοση)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: