Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε και αναλύουμε ένα απόσπασμα από τα Αργοναυτικά του Απολλωνίου του Ροδίου.

Αργοναυτικά, Βιβλίον Β, Στίχοι 38-78
Αρχαίο κείμενο: «αλλ’ ο μεν ή ολοοίο Τυφωέος ηέ και αυτής Γαίης είναι έικτο πέλωρ τέκος οία πάροιθεν χωομένη Διί τίκτεν. Ο δ’ ουρανίω ατάλαντος αστέρι Τυνδαρίδης, ούπερ κάλλισται έασιν εσπερίην δια νύκτα φαεινομένου αμαρυγαί. Τοίος έην Διός θιός, έτι χνοάοντας ιούλους αντέλλων, έτι φαιδρός εν όμμασιν, αλλά οι αλκή και μένος ηύτε θηρός αέξετο. Πήλε δε χείρας πειράζων είθ’ ως πριν ευτρόχαλοι φορέονται μηδ’ άμυδις καμάτω τε και ειρεσίη βαρύθοιεν. Μάν αύτ’ Άμυκος πειρήσατο. Σίγα δ’ άπωθεν εστηώς εις αυτόν έχ’ όμματα, και οι ορέχθει θυμός εελδομένω στηθέων εξ αίμα κεδάσσαι. Τοίσι δε μεσσηγύς θεράπων Αμύκοιο Λυκωρεύς θήκε πάροιθε ποδών δοιούς εκάτερθεν ιμάντας ωμούς, αζαλέους, πέρι δ’ οίγ’ έσαν εσκληώτες. Αυτάρ ο τόνγ’ επέεσιν υπερφιάλοισι μετηύδα. “Τώνδέ τοι ώ κ’ εθέλησα πάλου άτερ εγγυαλίξω αυτός εκών, ίνα μη μοι ατέμβηαι μετόπισθεν. Αλλά βάλευ περί χερσί, δαείς δε κεν άλλω ενίσποις όσσον εγώ ρινούς τε βοών περίειμι ταμέσθαι αζαλέας, ανδρών τε παρηίδας αίματι φύρσαι”. Ως έφατ’. αυτάρ όγ’ ού τι παραβλήδην ερίδηνεν, ήκα δε μειδήσας, οί οι παρά ποσσίν έκειντο, τους έλεν απροφάτως. Του δ’ αντίος ήλυθε Κάστωρ ηδέ Βιαντιάδης Ταλαός μέγας, ώκα δ’ ιμάντας αμφέδεον, μάλα πολλά παρηγορέοντες ες αλκήν. Δ’ αύτ’ Άρητός τε και Όρνυτος, ουδέ τι ήδειν νήπιοι ύστατα κείνα κακή δήσαντες επ’ αίση. Οι δ’ επεί ούν εν ιμάσι διασταδόν ηρτύναντο, αυτίκ’ ανασχόμενοι ρεθέων προπάροιθε βαρείας χείρας, επ’ αλλήλοισι μένος φέρον αντιόωντες. Ένθα δε Βεβρύκων μέν άναξ, άτε κύμα θαλάσσης τρηχύ θοή επί νηί κορύσσεται, η δ’ υπό τυτθόν ιδρείη πυκινοίο κυβερνητήρος αλύσκει ιεμένου φορέεσθαι έσω τοίχοιο κλύδωνος, ως όγε Τυνδαρίδην φοβέων έπετ’ ουδέ μιν εία δηθύνειν, ο δ’ άρ’ αιέν ανούτατος ήν διά μήτιν αίσσοντ’ αλέεινεν. Απηνέα δ’ αίψα νοήσας πυγμαχίην, ή κάρτος αάατος ή τε χερείων, στη ρ’ άμοτον και χερσίν εναντία χείρας έμειξεν»
Απόδοση: «άμα τους έβλεπες, δεν ήσαν ίδιοι ούτε στο σώμα ούτε στη φτιαξιά, αλλά ο ένας έμοιαζε ή του ολέθριου Τυφωέα γιος ή και της Γης της ίδιας, όπως αυτοί πού’ χε γεννήσει κάποτε σαν είχε έχθρα με το Δία, κι ο άλλος, του Τυνδάρεου ο γιος, σαν άστρο στο στερέωμα που οι λάμψεις του χύνονται ωραίες μέσ’ από το νυχτερινό ουρανό κατά το δείλι. Έτσι ήταν ο γιος του Δία, που χνούδι ακόμα στα μάγουλά του έβγαζε και κοίταζε με βλέμμα χαρωπό, αλλά αλκή και θάρρος όσο και τα θηρία είχε. Τίναξε τα χέρια του να δει αν ήσαν ευκίνητα όπως πριν και δεν τα βάραινε η κούραση και η κωπηλασία. Απ’ τη μεριά του ο Άμυκος δεν έκανε καμία δοκιμή, στάθηκε απόμακρα βουβός στυλώνοντας σ’ αυτόν τα μάτια και μέσα στην καρδιά του επιθυμούσε να τον κάνει από τα στήθη του να φτύσει αίμα. Ανάμεσά τους τότε ο θεράποντας του Άμυκου, ο Λυκωρέας, έβαλε στα πόδια τους σε κάθε μεριά δυο ζευγάρια ιμάντες στεγνούς, αλύγιστους, σκληρούς, κι ο πρώτος μίλησε στον Πολυδεύκη με υπερφίαλα λόγια: “Πάρε όποιο θέλεις από αυτά, δίχως κλήρο, για να μη με κατηγορείς μετά. Φόρα τα στα χέρια σου. Θα μάθεις και θα το λες και σ’ άλλους πόσο καλός είμαι να κόβω το ξερό δέρμα του βοδιού και να γεμίζω τα μαγουλάκια των ανδρών με αίμα”. Αυτά είπε. Ο άλλος όμως δεν έδωσε απάντηση, μόνο πήρε χαμογελώντας και δίχως λόγια εκείνους που ήσανε κοντά στα πόδια του. Πήγαν κοντά του ο Κάστωρ κι ο δυνατός Ταλαός, ο γιός του Βίαντα, και γρήγορα του δέσανε στα χέρια τους ιμάντες και του’ λεγαν συνέχεια να φανεί γενναίος. Στον Άμυκο πήγαν ο Άρητος και ο Όρνυτος, χωρίς να ξέρουν, οι ανόητοι, πως για στερνή φορά του τα’ δεναν με την κακή του μοίρα. Σταθήκανε ο ένας σε απόσταση απ’ τον άλλο, με τους ιμάντες φορεμένους, φέρανε μπρος από το πρόσωπό τους τα βαριά τους χέρια, κι ορμήσανε ο ένας προς τον άλλο γεμάτοι μένος. Ο βασιλιάς των Βεβρύκων έμοιαζε με το κύμα της αγριεμένης θάλασσας που ορμάει στο πλοίο, αλλά αυτό χάρη στην επιδεξιότητα του κυβερνήτη ίσα που ξεφεύγει το χτύπημα, εκεί που ήθελε πολύ να το τσακίσει. Έτσι έπεφτε πάνω στον γιο του Τυνδάρεου για να τον φοβίσει και δεν τον άφηνε ν’ ανασάνει. Εκείνος όμως, πάντοτε απλήγωτος, τον απέφευγε με τη φρόνησή του, και όταν γρήγορα κατάλαβε τον άγριο αγώνα που’ δινε, πού είναι καλύτερος και πού χειρότερος, στάθηκε ακίνητος αντίκρυ του κι ένωσαν τις γροθιές τους»
NovoScriptorium: Εδώ, με τον τρόπο των μυστών, ο Απολλώνιος μας παρουσιάζει την αιώνια αντίθεση μεταξύ Τυφώνος και Ζηνός. Ο Τυφών και οι Τυφώνιοι είναι ολέθριοι, μοχθηροί και αιμοβόροι. Οι Διογενείς είναι φωτεινοί, με χαροπή όψη και βλέμμα, θαρραλέοι.
Οι Τυφώνιοι είναι εριστικοί, προκλητικοί και παρουσιάζουν –διαστρεβλούντες- ένα, τάχα, δίκαιο πρόσωπο στους άλλους. Επίσης, αυτοθαυμάζονται και κομπάζουν όντες υπερφίαλοι. Η αντίδραση των Διογενών στις προκλήσεις τους είναι χαμόγελο και ετοιμασία για τη σύγκρουση. Οι Τυφώνιοι, ως αιμοβόροι, επιτίθενται μανιωδώς με βούληση και στόχευση το τσάκισμα του αντιπάλου τους, την συντριβή. Οι Διογενείς αντιδρούν με φρόνηση, μελετώντας τον αντίπαλο. Μόνο όταν ανακαλύψουν τα δυνατά και τρωτά του σημεία στέκονται και μάχονται.
Όπως γίνεται αντιληπτό, όλα τα παραπάνω έχουν και πνευματική διάσταση, αφορούν δηλαδή τον πνευματικό αγώνα. Το Κακό θα έχει πάντα ‘Τυφώνια’ χαρακτηριστικά. Ο αγωνιστής του Καλού θα πρέπει να φερθεί με σύνεση, φρόνηση, υπομονή και σωφροσύνη. Θα πολεμήσει το Κακό, καθώς εκείνο ούτως ή άλλως θα του επιτεθεί. Πρέπει δηλαδή να βρίσκεται πάντοτε σε εγρήγορση για τις επιθέσεις αλλά και τις παγίδες του Κακού, ιδιαιτέρως δε εκείνες που μασκαρεύονται σε ‘φως’ και ‘αγαθό’. Θα πρέπει να μελετήσει τους τρόπους του Κακού για να γνωρίζει πώς να αμυνθεί σε κάθε επίθεση. Θα πρέπει να πολεμήσει με το χαμόγελο στα χείλη, δηλαδή με πεποίθηση ισχύος του Καλού έναντι του Κακού, ατρέμως, με θάρρος. Εφόσον οι Τυφώνιοι έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό το να είναι υπερφίαλοι, εκ του αντιθέτου, οι Διογενείς (θα πρέπει να) έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους το αντίθετο ακριβώς: ταπεινοφροσύνη ή έστω την εν μέτρω αυτογνωσία.
Για όποιον δεν έκανε ήδη την αντιστοιχία, ο Τυφών είναι ο ‘Σατανάς’ των αρχαίων και ο Ζεύς είναι ο ‘Θεός’. Στα αιγυπτιακά ο Τυφών ονομαζόταν Σεθ ή Σετ. Εικάζεται πως από εκεί πέρασε στις σημιτικές γλώσσες ως ‘Σεϊτάν’ ή ‘Σατάν’.
Από τις εκδηλώσεις κάθε ανθρώπου, συμφώνως προς αυτά που μας παρέδωσε ο Απολλώνιος, μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε αν κάποιος είναι του ‘Τυφώνος’ ή του ‘Ζηνός’.
Ισίδωρος Άγγελος
Leave a comment