Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις Διοκλητιανού και Μεγάλου Κωνσταντίνου και οι επιπτώσεις τους στην ιστορία της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

«Ο Διοκλητιανός με το σπουδαίο μεταρρυθμιστικό του έργο επιχείρησε να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση, που προκάλεσε η κρίση του τρίτου αιώνα. Αξιοποίησε ό,τι καλό είχε το παλαιό σύστημα, αλλά και δέχθηκε ή εισήγαγε αναγκαίες τροποποιήσεις· έτσι πέτυχε ν’ αναδιοργανώσει ουσιαστικά ολόκληρη τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συμπλήρωσε και τελειοποίησε το μεταρρυθμιστικό έργο του Διοκλητιανού με αποτέλεσμα να προκύψει ένα νέο σύστημα, που έγινε η βάση της βυζαντινής διοικήσεως. Ωστόσο η απέραντη έκταση της αυτοκρατορίας επέβαλλε τη διαίρεσή της σε μικρότερες διοικητικές μονάδες για να εξασφαλισθεί ο δραστικώτερος έλεγχός τους. Ο Διοκλητιανός υιοθέτησε τον γνωστό και από την εποχή των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων θεσμό της συμβασιλείας. Η νέα διοικητική τάξη του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου επικράτησε σ’ όλη την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Τα βασικά της όμως χαρακτηριστικά, όπως η απολυταρχία του αυτοκράτορα, η συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας και η γραφειοκρατική διακυβέρνηση, διατηρήθηκαν όσο χρόνο έζησε και το βυζαντινό κράτος.

(NovoScriptorium: Διδασκόμαστε εδώ ότι η υπερσυγκέντρωση διοικητικών εξουσιών ενός Κράτους σε μια πρωτεύουσα, λόγου χάρη, δεν είναι σοφή πρακτική. Όσο περισσότερο μοιράζονται οι διοικητικές αρχές, τόσο καλύτερα μπορεί να λειτουργεί μια Πολιτεία. Βέβαια, η Ανάγκη ήταν αυτή που επέβαλλε στους -Ανατολικούς- Ρωμαίους να υπάρξει μεν αυτό το μοίρασμα, αλλά με όλο και μεγαλύτερη αναφορά στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα -ευλόγως για λόγους ασφαλείας και όχι μόνο. Η μεγάλης έντασης γραφειοκρατία και η τεράστια εξουσιαστική δύναμη του Αυτοκράτορα πολλάκις οδήγησε σε συμφορές. Όμως, χάρη σε αυτή την γραφειοκρατία, το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος ανέκαμπτε, αντιδρούσε και, στις πλείστες των περιπτώσεων στα 1100 χρόνια ζωής του, ξανακυριαρχούσε και άνθιζε. Ενίοτε και η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο αυτοκρατορικό πρόσωπο είχε ως αποτέλεσμα θετικές εκβάσεις για την επιβίωση και ακμή της Αυτοκρατορίας. Συνεπώς, κάπου στη μέση βρίσκεται η αλήθεια για το αν ήταν καλό ή κακό τελικά το συγκεκριμένο σύστημα διοικήσεως. Το γεγονός πάντως ότι μιλάμε για ένα Κράτος με χρονική διάρκεια 1100 έτη – ως Χριστιανικό Ρωμαϊκό-, γεγονός ανεπανάληπτο από οποιοδήποτε άλλο Κράτος στην Γη, μάλλον θα κλίνουμε προς την πλευρά που ισχυρίζεται ότι ήταν καλό)

Constantine_272-337-1

Τα μέτρα που έθεσαν σε εφαρμογή ο Διοκλητιανός και ο Κωνσταντίνος απέβλεπαν στη σταθεροποίηση και την αύξηση της αυτοκρατορικής εξουσίας και επιρροής, που είχαν κλονισθεί κατά την εποχή της κρίσεως. Έτσι εξηγείται η προσπάθειά τους όχι μόνο να περιορίσουν την επιρροή της συγκλήτου και των λοιπών πολιτειακών παραγόντων, που προέρχονταν από το δημοκρατικό παρελθόν της Ρώμης, αλλά και να καθορίσουν με ακρίβεια τις αρμοδιότητες των κυβερνητικών φορέων και να εμποδίσουν κάθε τυχόν επικίνδυνη συγκέντρωση εξουσίας. Επέβαλαν λοιπόν έναν αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής διοικήσεως, όπως και μεταξύ της κεντρικής και της επαρχιακής οργανώσεως. Οι επί μέρους κλάδοι της διοικήσεως κατέληγαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, που βρίσκεται στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας και κατευθύνει όλη την κρατική μηχανή από το κέντρο.

(NovoScriptorium: Η ιδέα του συγκεκριμένου διαχωρισμού φαίνεται σωστή. Ο Στρατός έχει μια συγκεκριμένη αποστολή εντός ενός Κράτους και δεν θα έπρεπε να ανακατεύεται στην Πολιτική Διοίκηση. Όμως, η σκληρή πραγματικότητα των συνεχών πολέμων, κυρίως λόγω εισβολών, κατέδειξε την αναγκαιότητα, πολλές φορές, παρά το θεωρητικώς εσφαλμένο του πράγματος, ο Στρατός όχι μόνο να επεμβαίνει στα της Πολιτείας, αλλά να διοικεί και την Πολιτεία. Κάπως έτσι θα βρούμε στην Ιστορία μια πλειάδα Αυτοκρατόρων που ανέβηκαν στον θρόνο με ‘αντικανονικό’, μη ‘πολιτικό’ τρόπο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων μάλλον ευεργετικό υπήρξε το γεγονός για την Αυτοκρατορία, διότι ένα Κράτος που διαρκώς είναι αναγκασμένο να πολεμάει δεν μπορεί να έχει ‘μπαλαρίνες’ να κυβερνούν, αλλά, οπωσδήποτε, πολεμιστές)

Ωστόσο η απέραντη έκταση της αυτοκρατορίας επέβαλλε τη διαίρεσή της σε μικρότερες διοικητικές μονάδες για να εξασφαλισθεί ο δραστικώτερος έλεγχός τους. Ο Διοκλητιανός υιοθέτησε τον γνωστό και από την εποχή των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων θεσμό της συμβασιλείας και δημιούργησε το σύστημα της τετραρχίας, μοιράζοντας την εξουσία σε δύο αυγούστους και δύο καίσαρες. Ο ένας αύγουστος ανέλαβε τη διακυβέρνηση του ανατολικού και ο άλλος του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Κάθε αύγουστο τον επικουρούσε και ένας καίσαρ, που εκλεγόταν όχι με κριτήριο την εξ αίματος συγγένεια αλλά τις προσωπικές του ικανότητες και συνδεόταν μετά με τον αύγουστό του με υιοθεσία. Τον αύγουστο μετά την αποχώρησή του έπρεπε να διαδεχθεί ο καίσαρας, ο οποίος στην συνέχεια εξέλεγε το νέο καίσαρα για να συμπληρωθεί η τετραρχία. Το σύστημα όμως αυτό, πολύ λογικό στη σύλληψή του, είχε ως συνέπεια ατέλειωτους εμφύλιους πολέμους. Από τους αιματηρούς αυτούς αγώνες για τη διαδοχή βγήκε νικητής και επικράτησε ως μονοκράτορας ο Κωνσταντίνος, ο οποίος εγκαθίδρυσε πάλι μια πολυκέφαλη συλλογική εξουσία και, στις τελευταίες του στιγμές, διαίρεσε και πάλι την αυτοκρατορία σε τμήματα. Πάντως δεν υιοθέτησε το περίτεχνο σύστημα εκλογής ηγεμόνων του Διοκλητιανού, αλλά διαμοίρασε την αυτοκρατορία στους επιγόνους του. Όμως κι αυτός ο τρόπος της οικογενειακής βασιλείας κατέληξε σε σκληρές και αιματηρές συγκρούσεις. Παρά ταύτα διατηρήθηκε η αρχή της διαιρέσεως της αυτοκρατορίας και επικράτησε γενικά το σύστημα της συλλογικής εξουσίας.

(NovoScriptorium: Σπουδαία η σύλληψη της μη κληρονομικής διαδοχής αλλά της επί αρετή, η πιο ‘αξιοκρατική’ θα μπορούσαμε να πούμε. Σε έναν κόσμο όμως όπου ο εγωισμός και η εξουσιαστική διάθεση κυριαρχούν, τούτα μένουν μόνο στην θεωρία. Η Ιστορία κατέδειξε ότι ούτε τα ίδια τα τέκνα του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν μπόρεσαν να απέχουν από τον εμφύλιο σπαραγμό και αλληλοεξοντώθηκαν. Η Αυτοκρατορία της Δύσης εξαφανίστηκε ακριβώς λόγω αυτών των εμφυλίων συγκρούσεων. Η δε Αυτοκρατορία της Ανατολής μάλλον επιβίωσε ένεκα Θείας Πρόνοιας, ή ‘συγκυριών’ αν προτιμούν οι λιγότεροι πιστοί αναγνώστες. Το τραγικό είναι ότι στις εμφύλιες διαμάχες των 3ου και 4ου αιώνων χάθηκαν τεράστιοι αριθμοί ικανότατων Ρωμαίων στρατιωτών οι οποίοι, λογικά, θα είχαν την δύναμη να αναχαιτίσουν τις πλείστες των βαρβαρικών ορδών που κατέβηκαν από τον Βορρά και διέλυσαν έπειτα σχεδόν τα πάντα)

Η αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοικήσεως, που πραγματοποίησε ο Διοκλητιανός, έθεσε τέλος στην προνομιακή θέση της Ιταλίας και κατήργησε τη διάκριση μεταξύ αυτοκρατορικών και συγκλητικών επαρχιών, που από καιρό είχε χάσει τη σημασία της. Τώρα πια όλες οι επαρχίες υπάγονταν αποκλειστικά στον αυτοκράτορα. Η άλλοτε κυρίαρχη Ιταλία διαιρέθηκε σε επαρχίες και υποβλήθηκε στην υποχρέωση καταβολής φόρων όπως και όλες οι άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι μεγάλες επαρχίες κατακερματίσθηκαν σε μικρές ενότητες με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των επαρχιών. Η αυτοκρατορία αριθμούσε στην εποχή του Διοκλητιανού 100 περίπου επαρχίες, ενώ στον πέμπτο αιώνα περισσότερες από 120. Εκτός τούτου ο Διοκλητιανός διαίρεσε το κράτος σε 12 διοικήσεις (dioecesis), που αυξήθηκαν στα τέλη του τέταρτου αιώνα σε 1444. Τέλος ο Κωνσταντίνος διαίρεσε την αυτοκρατορία σε «επαρχότητες» (praefecturae)· κάθε επαρχότητα περιλάμβανε περισσότερες διοικήσεις και κάθε διοίκηση περισσότερες επαρχίες. Οι επαρχίες δηλαδή αποτέλεσαν τμήματα διοικήσεων και οι διοικήσεις τμήματα των επαρχοτήτων, έτσι ώστε διαμορφώθηκε ένα συγκεντρωτικό και ιεραρχικά οργανωμένο διοικητικό σύστημα. Αρχικά η έκταση και ο αριθμός των επαρχοτήτων δεν ήταν σταθερός, αργότερα όμως, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, διαμορφώθηκαν σταθερά τα όριά τους.

Η αχανής επαρχότητα της Ανατολής (praefectura praetorio per Orientem) αποτελέσθηκε από τις πέντε διοικήσεις της Αιγύπτου (Aegyptus), Ανατολής (Oriens), Πόντου (Pontus), Ασιανής (Asiana) και Θράκης (Thracia), δηλ. από την Αίγυπτο και Λιβύη (την Κυρηναϊκή), την Εγγύς Ανατολή και τη Θράκη. Δίπλα σ’ αυτήν οργανώθηκε το Ιλλυρικό (praefectura praetorio per Illyricum), που αποτελούσαν οι διοικήσεις της Δακίας (Dacia) και Μακεδονίας (Macedonia), δηλ. η Ελλάδα και τα κεντρικά Βαλκάνια. Η ιταλική επαρχότητα (praefectura praetorio Illyrici, Italiae et Africae) περιλάμβανε εκτός από την Ιταλία το μεγαλύτερο τμήμα της λατινικής Αφρικής όσο και τη Δαλματία (Dalmatia), Παννονία (Pannonia), Νορικό (Noricum) και Ραιτίά (Raetia). Η γαλατική επαρχότητα (praefectura praetorio Galliarum) αποτελέσθηκε από τη ρωμαϊκή Βρεταννία και Γαλλία,
την Ιβηρική Χερσόνησο και το απέναντί της δυτικό τμήμα της Μαυριτανίας. Έτσι κάθε επαρχότητα περιλάμβανε τα εδάφη που περικλείουν πολλά σημερινά κράτη. Επικεφαλής κάθε επαρχότητας ήταν ο έπαρχος των πραιτωρίων, αν και συχνά το αξίωμα τούτο ασκήθηκε συλλογικά από δύο επάρχους. Ο έπαρχος των πραιτωρίων της Ανατολής (με έδρα την Κωνσταντινούπολη) και της Ιταλίας (Ρώμη) ήταν οι δύο ανώτατοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας. Ακολουθούσαν στην ιεραρχία οι έπαρχοι των πραιτωρίων του Ιλλυρικού, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, και της Γαλατίας.

Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του διοικητικού συστήματος του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου ήταν όπως είπαμε ο ουσιαστικός χωρισμός της στρατιωτικής από την πολιτική εξουσία. Την πολιτική διοίκηση της επαρχίας ασκούσε αποκλειστικά ο διοικητής της, τη στρατιωτική εξουσία ασκούσε ο δουξ (dux), που διοικούσε τα στρατεύματα μιας ή περισσότερων επαρχιών. Η αρχή αυτή εφαρμόσθηκε σχολαστικά σε ολόκληρη την επαρχιακή διοίκηση. Ακόμη και το αξίωμα του επάρχου των πραιτωρίων, που ήταν η μοναδική κυβερνητική θέση της εποχής του Διοκλητιανού, η οποία συνδύαζε πολιτική και στρατιωτική εξουσία, έχασε με τον Κωνσταντίνο οριστικά την αρχική στρατιωτική του σημασία και μετατράπηκε σε καθαρά πολιτικό αξίωμα. Ωστόσο και με την μορφή αυτή διατήρησε κατά τη διάρκεια της πρώτης βυζαντινής εποχής εξαιρετικά ευρείες αρμοδιότητες.

Οι έπαρχοι των πραιτωρίων επιχείρησαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την εξουσία που κατείχαν ως εκπρόσωποι του αυτοκράτορα, με ασυγκάλυπτο ανταγωνισμό προς τα όργανα της κεντρικής διοικήσεως. Η εξουσία τους αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα της πρώιμης βυζαντινής διοικήσεως και χαρακτηρίζει κατά κάποιο τρόπο ολόκληρο το σύστημα. Από την άλλη όμως μεριά οι αυτοκράτορες προσπαθούσαν συστηματικά να περιστείλουν τη δύναμη των επάρχων των πραιτωρίων, περιόριζαν το χώρο της επιρροής τους, υποστηρίζοντας φανερά τους αναπληρωτές (βικαρίους), δηλ. τους προϊσταμένους των διοικήσεων, και προπαντός διευρύνοντας σε βάρος τους τις αρμοδιότητες ορισμένων οργάνων της κεντρικής διοικήσεως. Στον εσωτερικό αυτόν ανταγωνισμό ανάμεσα στους κυβερνητικούς φορείς βρίσκεται το δυναμικό στοιχείο στην εξέλιξη του διοικητικού συστήματος της πρώιμης βυζαντινής εποχής.

Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη εξαιρέθηκαν από την αρμοδιότητα των επάρχων των πραιτωρίων. Οι πόλεις αυτές υπάγονταν σε ανεξάρτητους «επάρχους της πόλεως» (praefectus urbi). Αυτοί κατείχαν τις υψηλότερες θέσεις μέσα στην υπαλληλική ιεραρχία μετά τους επάρχους των πραιτωρίων. Ο έπαρχος της πόλεως θεωρούνταν ο ανώτατος εκπρόσωπος της συγκλήτου και ενσάρκωνε κατά κάποιο τρόπο ό,τι είχε απομείνει από τις παλαιές δημοκρατικές παραδόσεις της αστικής διοικήσεως. Ήταν ο μοναδικός κρατικός αξιωματούχος που δεν φορούσε στρατιωτική στολή, αλλά την «τόγα» (toga), το ένδυμα του Ρωμαίου πολίτη. Ο έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως (ο «έπαρχος της πόλεως») διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη ζωή της πρωτεύουσας τόσο κατά την πρώιμη όσο και κατά τη μεταγενέστερη βυζαντινή περίοδο. Ασκούσε τη δικαστική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη, φρόντιζε για τη διατήρηση της ησυχίας και της τάξεως όπως και για την προμήθεια των ειδών διατροφής της πρωτεύουσας. Εκτός τούτου ασκούσε άμεσο έλεγχο σ’ ολόκληρη την οικονομία της πόλεως, στο εμπόριο και στη βιοτεχνία της.

Με την αυτόνομη διοίκηση της Κωνσταντινουπόλεως και της Ρώμης περιορίσθηκε αισθητά η εξουσία των επάρχων των πραιτωρίων. Ακόμη περισσότερο περιορίσθηκε όμως με την ανάπτυξη της κεντρικής διοικήσεως, που εισήγαγε ο Μ. Κωνσταντίνος. Πιο σημαντικός αξιωματούχος της κεντρικής διοικήσεως έγινε τώρα ο magister officiorum, που ενώ παλαιότερα ήταν άσημος υπάλληλος, περιβλήθηκε τώρα μεγάλη εξουσία, κυρίως σε βάρος της διοικήσεως της επαρχότητας. Σ’ αυτόν υπάγονταν όλα τα officia του κράτους, δηλ. ολόκληρη η διοίκηση της αυτοκρατορίας, φυσικά και η επαρχιακή. Τα officia, δηλ. τα γραφεία των επί μέρους διοικητικών κλάδων με τους αναρίθμητους υπαλλήλους, ήταν στην πραγματικότητα οι τροχοί της γραφειοκρατικής διοικητικής μηχανής. Στο ιδιαίτερό του όμως officium ανήκαν οι agentes in rebus, που διέτρεχαν τις επαρχίες ως αυτοκρατορικοί ταχυδρόμοι και κρατικοί πράκτορες (curiosi) με ειδική αποστολή να παρακολουθούν τη δράση και τα φρονήματα των υπαλλήλων και των υπηκόων. Αποτέλεσαν ένα ισχυρό σώμα, το οποίο κατά τα μέσα του πέμπτου αιώνα αριθμούσε μόνο στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας περισσότρα από 1200 στελέχη. Ο magister officiorum είχε ακόμη και την ευθύνη της προσωπικής ασφάλειας του αυτοκράτορα και για τον σκοπό αυτό ήταν διοικητής των scholae palatinae, των μονάδων της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής. Παράλληλα ήταν ο πρώτος τελετάρχης, που επέβλεπε ολόκληρη την τελετουργική ζωή της Αυλής. Με τον τρόπο αυτό είχε μια ακόμη σπουδαία κρατική αρμοδιότητα. Δεχόταν τις ξένες αποστολές και ρύθμιζε όλα τα θέματα που αφορούσαν τις επαφές με τις ξένες χώρες. Τέλος, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, ανέλαβε και τη διοίκηση του αυτοκρατορικού ταχυδρομείου (cursus publicus), που διοικούσαν αρχικά οι έπαρχοι των πραιτωρίων.

(NovoScriptorium: Παρατηρούμε ότι υπήρχε ήδη τότε οργανωμένο δίκτυο Μυστικών Υπηρεσιών. Ευλόγως, δεν υπήρχε μόνο για το εσωτερικό του Κράτους αλλά, οπωσδήποτε, και έξω από αυτό, σε άλλες κρατικές ή πληθυσμιακές οντότητες. Η ύπαρξη τέτοιων δικτύων αναδεικνύεται ως αναγκαιότητα για την διοίκηση κάθε κράτους)

Μετά τον magister officiorum, το πιο σπουδαίο αξίωμα της κεντρικής διοικήσεως από τον Μ. Κωνσταντίνο και εξής ασκούσε ο quaestor sacri palatii. Αυτός ήταν ο «υπουργός» της δικαιοσύνης. Ήταν αρμόδιος για την επεξεργασία των νομοσχεδίων και προσυπέγραφε τα αυτοκρατορικά διατάγματα. Υπεύθυνοι επί των οικονομικών ήταν οι διευθυντές του δημόσιου ταμείου (fiscus) και του ιδιωτικού ταμείου του αυτοκράτορα (res privatae), που από την εποχή του Κωνσταντίνου έφεραν τον τίτλο comes sacrarum largitionum και comes rerum privatarum. Η σημασία τους όμως περιορίσθηκε αρκετά, όταν οι βασικοί επαρχιακοί φόροι, η annona, περιήλθαν στην άμεση αρμοδιότητα των επάρχων των πραιτωρίων.

(NovoScriptorium: Παρατηρούμε λοιπόν πως πρώτα είχαν θέσει ως βάση του Κράτους να είναι εγγυημένη η Ασφάλεια, τόσο των διοικούντων όσο και των πολιτών, και έπειτα να υπάρχει Νόμος, Δικαστές και γενικά Ευνομία)

Οποιοδήποτε λειτούργημα είχε σχέση με το πρόσωπο του αυτοκράτορα αποκτούσε σιγά-σιγά ιδιαίτερη σπουδαιότητα· έτσι αυξήθηκε η σπουδαιότητα του sacrum cubiculum, που είχε την ευθύνη για τη διαχείριση του ιδιωτικού οίκου του αυτοκράτορα και κυρίως της αυτοκρατορικής ιματιοθήκης (sacra vestis). Ο praepositus sacri cubiculi ήταν ένας από τους ανώτερους και ισχυρότερους αξιωματούχους. Όταν μάλιστα τον θρόνο κατείχε ένας ανίσχυρος ηγεμόνας, ο «μέγας θαλαμηπόλος» του ήταν συχνά ο ισχυρότερος άνδρας της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με ανατολικά πρότυπα, οι praepositi sacri cubiculi ήταν σχεδόν πάντοτε ευνούχοι, όπως επίσης και οι περισσότεροι αυλικοί υπηρέτες που υπάγονταν σε αυτούς.

(NovoScriptorium: Σε ελάχιστες περιπτώσεις που κυβέρνησε, κατ’ ουσίαν, η ‘αυλή’ υπήρξε ωφέλεια για την Αυτοκρατορία. Αυτό μας διδάσκει ότι δεν πρέπει ποτέ να συμβαίνουν τα ανάλογα σε οποιασδήποτε μορφής κράτους)

(…) Ενώ οι μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου αποκατέστησαν τη διοίκηση και στερέωσαν την εξουσία του κράτους, οι ευρύτερες μάζες εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Οι coloni, που αποτελούσαν την πλειονότητα των χωρικών και στην ύστερη ρωμαϊκή εποχή, ήταν ο βασικός φορέας της αγροτικής παραγωγής και υπάγονταν όλο και περισσότερο στο σύστημα της κληρονομικής προσκολλήσεως στη γη. Το φορολογικό σύστημα του Διοκλητιανού χειροτέρεψε τη θέση τους και επιτάχυνε την εξέλιξη αυτή. Η παλαιά φορολογία, που καταβάλλονταν σε νόμισμα, έχασε την αξία της εξ αιτίας της υποτιμήσεως του νομίσματος και έτσι
προτιμήθηκαν ιδιαίτερα οι πληρωμές σε είδος. Οι έκτακτες αυτές πληρωμές, που εισήχθηκαν σε κρίσιμη εποχή, έγιναν από τον Διοκλητιανό μόνιμες. Έτσι προήλθε η γνωστή annona, η οποία στο εξής θα αποτελούσε τη βασική φορολογία και την κύρια πηγή εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Το βάρος της φορολογίας αυτής έπεσε αποκλειστικά στους ώμους των χωρικών. Σύμφωνα με το φορολογικό σύστημα του Διοκλητιανού, την capitatio-iugatio, ο συνδυασμός κεφαλικού και κτηματικού φόρου αποτέλεσε το κύριο συστατικό της annona. (…) Με τον χρόνο το σύστημα αυτό της capitatio-iugatio στέρησε την ελευθερία σε μεγάλους αγροτικούς πληθυσμούς. Οι κάτοικοι των πόλεων, που δεν διέθεταν κτήματα, εξαιρέθηκαν από την annona και έτσι βρέθηκαν σε πλεονεκτική θέση. Από την εποχή όμως του Κωνσταντίνου επιβλήθηκε στους πληθυσμούς των πόλεων, που ασκούσαν το εμπόριο και την βιοτεχνία, βαρειά φορολογία, η auri lustralis collatio.

(NovoScriptorium: Εδώ έχουμε μια πραγματική Ρωμαϊκή παράνοια, η οποία ξεκίνησε έτσι από την αρχή και διατηρήθηκε, με ελάχιστα διαλείμματα, έως το τέλος της Αυτοκρατορίας. Οι αστοί δεν πλήρωναν φορολογία ενώ οι αγροτοκτηνοτρόφοι πλήρωναν! Έπειτα φορολογήθηκαν μεν και οι αστοί, έμποροι κυρίως, όμως και πάλι οι αγροτοκτηνοτρόφοι ήσαν εκείνοι που στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων βρίσκονταν κατεστραμμένοι έως και ‘υποδουλωμένοι’ στους πιο δυνατούς οικονομικά. Η πλήρης αποδυνάμωση του Ρωμαϊκού Στρατού επήλθε δε όταν έγινε σχεδόν ολοκληρωτική εξαγορά της γης των φτωχών αγροτών από πλούσιους αστούς)

Η έλλειψη αγροτικών εργατικών χεριών οδήγησε στην εφαρμογή ενός σπουδαίου για τα
οικονομικά του Βυζαντίου φορολογικού θεσμού, της επιβολής (adiectio sterilium). Το σύστημα αυτό αναπτύχθηκε αρχικά στην Αίγυπτο κατά την εποχή των Πτολεμαίων, όταν χέρσα κρατικά εδάφη δόθηκαν για υποχρεωτική εκμετάλλευση σε ιδιώτες κτηματίες με την υποχρέωση να πληρώνουν τους αντίστοιχους φόρους. Το σύστημα αυτό γενικεύθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία από τα τέλη του τρίτου αιώνα και εφαρμόσθηκε όχι μόνο στα δημόσια κτήματα αλλά και στις ακαλλιέργητες ιδιωτικές εκτάσεις.

(NovoScriptorium: Από εδώ διδασκόμαστε πως όταν ένα κράτος αντιμετωπίζει πρόβλημα οικονομικό θα εξετάσει έκτακτες, ορθολογικές λύσεις, όπως το να παραχωρήσει κρατική γη προς εκμετάλλευση, μείωση της ανεργίας, αύξηση της συνολικής παραγωγής, κλπ. Επιπροσθέτως εδώ βλέπουμε το Κράτος να επιβάλλει την αξιοποίηση και ιδιωτικών εκτάσεων κι αυτό είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον)

(…) Ο Μ. Κωνσταντίνος εισήγαγε ένα νέο και σταθερό νομισματικό σύστημα. Βάση του συστήματος αυτού ήταν ο χρυσός solidus, με καθαρό βάρος χρυσού 4,48 γραμμάρια,
δηλαδή 72 solidi αποτελούσαν μία λίβρα χρυσού. Εκτός τούτου υπήρχε η ασημένια seliqua, με βάρος 2,24 γραμμάρια, που αντιστοιχούσε στο 1/24 του solidus, όταν βέβαια η αξία του αργύρου ισοδυναμούσε με 1:12 προς τον χρυσό. Το νομισματικό αυτό σύστημα αποδείχθηκε εντυπωσιακά σταθερό για μακρό χρόνο. Ο solidus του Κωνσταντίνου (ελληνικά νόμισμα, αργότερα υπέρπυρον) έγινε η βάση του βυζαντινού νομισματικού συστήματος για χίλια ολόκληρα χρόνια και ήταν για πολλούς αιώνες το κατ’ εξοχήν νόμισμα του διεθνούς εμπορίου. Βέβαια μεσολάβησαν εποχές σοβαρής κρίσεως· ωστόσο η αξία του άρχισε να υποτιμάται αισθητά μόνο κατά τα μέσα του ενδέκατου αιώνα, όταν δηλ. άρχισε να κλονίζεται η ίδια η αυτοκρατορία.»

(NovoScriptorium: Κάποτε λοιπόν, το ρόλο του σύγχρονου δολαρίου κατείχε το νόμισμα του ‘Βυζαντίου’ -Ρωμανία. Κανένα νόμισμα ποτέ στην Ιστορία δεν είχε τόση επιρροή στην Παγκόσμια Οικονομία και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα)

(Πηγή: «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», Georg Ostrogorsky, Κεφάλαιο: Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία)

Έρευνα-Αποδελτίωση-Υπογραμμίσεις-Επισημάνσεις: Αναστάσιος Φιλόπονος

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: